In Memoriam I.V. Stalin (+1953)
- Γ.Δ. Ιωαννίδης

Σχόλιο στο βιβλίο τού Ζιλ Ντωβέ
''Έκλειψη κι επανεμφάνιση..." (Γ.Δ. Ιωαννίδης)


Περί Πολέμου-ΜΕΡΟΣ 1(Dr DADA)

Περί Πολέμου-ΜΕΡΟΣ 2(Dr DADA)

Μάζα και Ιστορία - σχόλιο στο
ομώνυμο βιβλίο τού Κώστα Παπαϊωάννου (Θ. Ζιάκας)


Επιστολή στα "Παιδιά τής Γαλαρίας"
- περί κομμουνισμού και δημοκρατίας (Γ.Δ. Ιωαννίδης)


Εισαγωγή στο βιβλίο τού Άσγκερ Γιόρν
"Αγριότητα, Βαρβαρότητα Πολιτισμός" (Γ.Δ. Ιωαννίδης)


Μια παγίδα ονόματι Dogville (Γ.Δ. Ιωαννίδης)

Ας μιλήσουμε για την ουσία (Υβ Λε Μανάκ)

Tι είνι Γιουρτή; (Γιάννους)

Άλλο "εξηγώ", άλλο "κατανοώ" κι άλλο
"γνωρίζω" κ. Νανόπουλε (Γ.Δ. Ιωαννίδης)



Η ΔΙΕΘΝΗΣ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΣΩΘΕΙ!

Σχόλιο στο βιβλίο «Η παλιά και η νέα θεότητα.
Μια συζήτηση για την ιδεολογία ανάμεσα στον Παν. Κονδύλη και στο περιοδικό Σημειώσεις»

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ, Ο ΙΗΣΟΥΣ
ΚΑΙ Η ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΤΗΣ ΚΤΙΣΗΣ

ΝΙΚΟΛΑΣ ΚΑΛΑΣ
Η ΤΕΧΝΗ ΚΑΙ Η ΤΕΧΝΙΚΗ ΤΗΣ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗΣ

Νικόλας Κάλας
(δεν έχει σημασία πότε γεννήθηκε και πότε πέθανε, είναι παρών)

Ομιλία για το «Αυτοείδωλον εγενόμην.»

 

ΜΠΑΣΑΡΑΜΠ ΝΙΚΟΛΕΣΚΟΥ


Διαγνωσιακότητα και Πολυπλοκότητα: Τα επίπεδα πραγματικότητας ως πηγή απροσδιοριστίας.


(μτφρ. Γιάννης Πεδιώτης, Σεπτ. 2004)


1. Κβαντική φυσική και επίπεδα Πραγματικότητας


Ο μεγάλος πολιτισμικός αντίκτυπος της κβαντικής φυσικής έχει, δίχως αμφιβολία, εγείρει ερωτήματα όσον αφορά το σύγχρονο φιλοσοφικό αξίωμα της ύπαρξης ενός και μόνο επίπεδου Πραγματικότητας [1].

Η σημασία που δίνουμε εδώ στον όρο «Πραγματικότητα» είναι πρακτική και συγχρόνως οντολογική.

Ως πραγματικότητα θα ήθελα να δηλώσω προπαντός ό,τι αντιστέκεται στις εμπειρίες, τις αναπαραστάσεις, τις περιγραφές, τις εικόνες ή τους μαθηματικούς φορμαλισμούς μας. Η κβαντική φυσική μάς ώθησε να ανακαλύψουμε ότι η αφαίρεση δεν είναι ένας ενδιάμεσος που παρεμβάλλεται ανάμεσα σε εμάς και τη Φύση, ένα εργαλείο περιγραφής της πραγματικότητας, αλλά πρόκειται για ένα εκ των συστατικών στοιχείων της ίδιας της Φύσης. Στην κβαντική φυσική ο μαθηματικός φορμαλισμός δεν μπορεί να διαχωριστεί από την εμπειρία. Αντιστέκεται με τον δικό του τρόπο καθώς οφείλει να είναι εσωτερικά συνεπής και την ίδια στιγμή να ενσωματώνει πειραματικά δεδομένα δίχως να απολύει την αυτοσυνέπειά του. Εφόσον η Φύση μετέχει στην ύπαρξη του κόσμου, θα πρέπει κάποιος να προσδίδει και οντολογική διάσταση στην έννοια της Πραγματικότητας επίσης. Φύση είναι η απέραντη, ακόρεστη πηγή του αγνώστου που νομιμοποιεί την καθαυτό ύπαρξη της επιστήμης. Και η Πραγματικότητα δεν είναι απλώς μια κοινωνική κατασκευή, μια ομοφωνία κάποιας κοινότητας ή μια διυποκειμενική συμφωνία. Διαθέτει και μια διάσταση η οποία υπερβαίνει την υποκειμενικότητα, στον βαθμό που ένα απλό πειραματικό γεγονός μπορεί να συντρίψει ακόμα και την πιο όμορφη επιστημονική θεωρία.
Ως επίπεδο Πραγματικότητας [1] θα ήθελα να δηλώσω ένα σύνολο συστημάτων που παραμένουν αναλλοίωτα υπό την επίδραση ορισμένων γενικών νόμων: πάρτε, για παράδειγμα, τις κβαντικές οντότητες, που υπάγονται στους κβαντικούς νόμους· όμως και τους ίδιους κβαντικούς νόμους, οι οποίοι παρεκκλίνουν ριζικά από τους νόμους του μακροφυσικού κόσμου. Με άλλα λόγια, δύο επίπεδα πραγματικότητας είναι διαφορετικά όταν κατά τη μετάβαση από το ένα επίπεδο στο άλλο υφίσταται μια ρήξη ως προς τους ισχύοντες νόμους και τις θεμελιακές έννοιες (την αιτιότητα, για παράδειγμα). Κανένας δεν έχει καταφέρει να ανακαλύψει έναν μαθηματικό φορμαλισμό ο οποίος θα μας επέτρεπε την αυστηρή μετάβαση από τον ένα κόσμο στον άλλο. Τα σημασιακά γλωσσολόγια, οι ταυτολογικοί ορισμοί και οι κατ’ εκτίμηση υπολογισμοί δεν είναι σε θέση να αντικαταστήσουν τον αυστηρό μαθηματικό φορμαλισμό. Τα πρόσφατα μοντέλα αποσυνοχής δεν μας λένε κάτι σαφές για τη μετάβαση από το κβαντικό επίπεδο στο μακροφυσικό: για την ακρίβεια, το πιο κρίσιμο ζήτημα δεν είναι η αποσυνοχή μα, αντιθέτως, η συνοχή.
Υπάρχουν έως και ισχυρές μαθηματικές ενδείξεις ότι η συνεχής μετάβαση από τον κβαντικό κόσμο στον μακροφυσικό δεν θα γίνει ποτέ εφικτή. Πλην όμως, δεν υπάρχει τίποτα το καταστροφικό εδώ. Η ασυνέχεια που εκδηλώνεται στον κβαντικό κόσμο εκδηλώνεται και στη δομή των επιπέδων της Πραγματικότητας επίσης. Αλλά αυτό δεν εμποδίζει τη συνύπαρξη των δύο κόσμων.
Τα επίπεδα της Πραγματικότητας είναι κάτι ριζικά διαφορετικό από τα επίπεδα οργάνωσης όπως αυτά ορίζονται στις συστημικές προσεγγίσεις [2]. Τα επίπεδα οργάνωσης δεν προϋποθέτουν ρήξη όσον αφορά τις θεμελιώδεις έννοιες: τα διάφορα επίπεδα οργάνωσης μπορεί να εμφανίζονται στο ίδιο και το αυτό επίπεδο Πραγματικότητας. Για την ακρίβεια, τα διάφορα επίπεδα οργάνωσης αντιστοιχούν στους διαφορετικούς σχηματισμούς των ίδιων πάντα θεμελιωδών νόμων. Η μαρξική οικονομία και η κλασική φυσική ανήκουν, για παράδειγμα, στο ίδιο και το αυτό επίπεδο Πραγματικότητας.
Η εμφάνιση τουλάχιστον δύο διαφορετικών επιπέδων Πραγματικότητας κατά τη μελέτη των φυσικών συστημάτων είναι γεγονός μείζονος σημασίας για την ιστορία της γνώσης.

Η ύπαρξη διαφορετικών επιπέδων Πραγματικότητας έχει διαπιστωθεί από ποικίλες παραδόσεις και πολιτισμούς, μόνο που ίσαμε τώρα η εν λόγω διαπίστωση έχει στηριχθεί είτε απλώς σε κάποιο θρησκευτικό δόγμα είτε απλώς στην εξερεύνηση του εσωτερικού (μεταξύ ηλίου και γης) σύμπαντος.
Στον αιώνα μας, στο πλαίσιο μιας αναζήτησης θεμελίων για την επιστήμη, ο Έντμουντ Χούσερλ [3] και άλλοι ερευνητές ανακάλυψαν την ύπαρξη διαφορετικών επιπέδων αντίληψης της Πραγματικότητας από μέρους του υποκειμένου-παρατηρητή. Όμως αυτού του είδους στοχαστές –οι πρωτοπόροι εξερευνητές της πολυδιάστατης και πολυαναφορικής πραγματικότητας– τέθηκαν στο περιθώριο από τους ακαδημαϊκούς φιλοσόφους και παραγνωρίστηκαν από την πλειονότητα των φυσικών, έτσι όπως είχαν περιχαρακωθεί στις αντίστοιχες εξειδικεύσεις τους.


Η αντίληψη που εκφράζω εδώ είναι πλήρως εναρμονισμένη με την αντίληψη των Χάιζενμπεργκ, Πάουλι και Μπορ.
Για την ακρίβεια, ο Χάιζενμπεργκ, στα φιλοσοφικά του γραπτά, έφτασε πολύ κοντά στην έννοια του «επίπεδου Πραγματικότητας». Στο γνωστό Χειρόγραφο του 1942 (που εκδόθηκε μόλις στα 1984), ο Χάιζενμπεργκ, ο οποίος γνώριζε καλά τον Χούσερλ, εισήγαγε την ιδέα των τριών περιοχών της πραγματικότητας, μέσω των οποίων μπορούμε να αποκτήσουμε πρόσβαση στην έννοια της «πραγματικότητας» αυτής καθαυτήν: η πρώτη περιοχή είναι αυτή της κλασικής φυσικής, η δεύτερη αυτή της κβαντικής φυσικής, της βιολογίας και των φυσικών φαινομένων και η τρίτη αυτή των θρησκευτικών, φιλοσοφικών και καλλιτεχνικών εμπειριών [4]. Η παραπάνω ταξινόμηση θεμελιώνεται σε κάτι που είναι κρίσιμης σημασίας εδώ: την όλο και στενότερη συνδετότητα Υποκειμένου και Αντικειμένου.
Όπως θα δούμε στη συνέχεια, η αντίληψη των επιπέδων Πραγματικότητας μπορεί να μας οδηγήσει σε μια γενική φιλοσοφική κατανόηση της φύσης της απροσδιοριστίας. Εάν υφίστατο μόνο μια περιοχή ή μόνο ένα επίπεδο πραγματικότητας, δεν θα μπορούσαμε να συλλάβουμε τη σημασία μιας αληθινής, ανεπίδεκτης περαιτέρω απλούστευσης απροσδιοριστίας όπως είναι η κβαντική.


2. Η λογική του συμπεριλαμβανόμενου ενδιάμεσου

Η γνώση της συνύπαρξης του κβαντικού και του μακροφυσικού κόσμου και η ανάπτυξη της κβαντικής φυσικής έχουν οδηγήσει –στο επίπεδο τόσο της θεωρίας όσο και του επιστημονικού πειράματος– στην ανακατάταξη αυτού που προηγουμένως θεωρούσαμε ως ζευγών αμοιβαία αποκλεισμένων αντιφατικών όρων (Α και μη-Α): δηλαδή, του κύματος και του σωματιδίου, της συνέχειας και της ασυνέχειας, της διαιρετότητας και της αδιαιρετότητας, της τοπικής αιτιότητας και της καθολικής αιτιότητας, της συμμετρίας και του σπασίματος της συμμετρίας, της αντιστρεψιμότητας και της μη-αντιστρεψιμότητας του χρόνου κ.λπ.
Το πνευματικό σκάνδαλο που προκάλεσε η κβαντομηχανική συνίσταται, στην πραγματικότητα, στο γεγονός ότι τα ζεύγη αντιφατικών όρων που παράγει είναι αντιφατικά μόνο όταν τα αναλύουμε με το ερμηνευτικό κάτοπτρο της κλασικής λογικής. Τούτη η λογική βασίζεται σε τρία αξιώματα:

1. Το αξίωμα της ταυτότητας: το Α είναι Α

2. Το αξίωμα της μη-αντίφασης: το Α δεν είναι μη-Α.

3. Το αξίωμα του αποκλεισμένου ενδιάμεσου: Δεν υπάρχει τρίτος όρος Τ που να είναι Α και ταυτοχρόνως μη-Α.

Υπό τον όρο ότι υπάρχει ένα και μόνο επίπεδο Πραγματικότητας, το δεύτερο και τρίτο αξίωμα είναι προφανώς ταυτόσημα.
Εάν δεχθούμε την κλασική λογική, τότε οδηγούμαστε αμέσως στο συμπέρασμα ότι τα ζεύγη αντιφατικών όρων που προκύπτουν από την κβαντική φυσική είναι αμοιβαία αποκλεισμένα, επειδή είναι αδύνατον να επιβεβαιώσουμε την εγκυρότητα ενός πράγματος και ταυτοχρόνως του αντιθέτου του: του Α και του μη-Α.
Ήδη από την εποχή της οριστικής διαμόρφωσης της κβαντομηχανικής περίπου στα 1930, οι ιδρυτές της νέας επιστήμης γνώριζαν πολύ καλά τι προβλήματα εγείρει η ανάγκη διατύπωσης μιας νέας «κβαντικής λογικής». Στον απόηχο των εργασιών του Μπέρκχοφ και του φον Νόιμαν, η γνήσια άνθιση της κβαντικής λογικής δεν άργησε να έρθει [5]. Σκοπός αυτής της νέας λογικής ήταν να επιλύσει τα παράδοξα που είχε δημιουργήσει η κβαντική μηχανική και παράλληλα να καταφέρει κατά το δυνατόν πάντα μια προγνωστική ικανότητα ισχυρότερη απ’ αυτή της κλασικής λογικής.

H κβαντική λογική κατά το μεγαλύτερο μέρος της έχει τροποποιήσει το δεύτερο αξίωμα της κλασικής λογικής –το αξίωμα της μη-αντίφασης–, εισάγοντας τη μη-αντίφαση με πολλαπλές τιμές αλήθειας αντί του δυαδικού ζεύγους (Α, μη-Α). Αυτή η λογική πολλαπλών τιμών, της οποίας το κύρος όσον αφορά την προγνωστική ικανότητα παραμένει αμφίβολο, δεν έχει λάβει υπόψη της μια πρόσθετη πιθανότητα: την τροποποίηση του τρίτου αξιώματος – του αξιώματος του αποκλειόμενου ενδιάμεσου.
Η ιστορία θα ανταμείψει τον Στεφάν Λουπάσκο διότι έδειξε πως η λογική του συμπεριλαμβανομένου ενδιάμεσου είναι μια πραγματική λογική, τυποποιήσιμη και τυποποιημένη, πολλαπλών τιμών (με τρεις τιμές: Α, μη-Α και Τ) και μη-αντιφατική [6]. Η φιλοσοφία του, η οποία έχει ως αφετηρία της την κβαντική φυσική, έχει τεθεί στο περιθώριο από τους φυσικούς και τους φιλοσόφους. Περιέργως όμως, την ίδια στιγμή έχει ασκήσει έντονη, μολονότι υπόγεια, επίδραση σε ψυχολόγους, κοινωνιολόγους, καλλιτέχνες και ιστορικούς της θρησκείας. Ίσως, η απουσία της έννοιας των «επιπέδων πραγματικότητας» από τη φιλοσοφία του Λουπάσκο να συσκοτίζει την ουσία της: γιατί πολλοί πιστεύουν λανθασμένα ότι η λογική του παραβιάζει την αρχή της μη-αντίφασης.
Η δική μας κατανόηση του αξιώματος του συμπεριλαμβανομένου ενδιάμεσου –υπάρχει ένας τρίτος όρος Τ που είναι Α και ταυτοχρόνως μη-Α– αποσαφηνίζεται πλήρως μόλις εισάγουμε την αντίληψη των «επιπέδων Πραγματικότητας».
Για να αποκτήσουμε ξεκάθαρη εικόνα της σημασίας του συμπεριλαμβανομένου ενδιάμεσου, μπορούμε να αναπαραστήσουμε τους τρεις όρους της νέας λογικής –Α, μη-Α και Τ– καθώς και την προσίδια δυναμική τους με ένα τρίγωνο που στη μία του κορυφή εντοπίζεται το ένα επίπεδο Πραγματικότητας και στις άλλες δύο του κορυφές το άλλο επίπεδο. Όταν βρισκόμαστε μόνο στο ένα επίπεδο Πραγματικότητας, κάθε εκδήλωση εμφανίζεται ως πάλη ανάμεσα σε δύο αντιφατικά στοιχεία (για παράδειγμα: κύμα Α και σωματίδιο μη-Α). Η τρίτη δυναμική, η δυναμική της κατάστασης-Τ, λαμβάνει χώρα σε ένα άλλο επίπεδο Πραγματικότητας, στο οποίο ό,τι εμφανίζεται ως διασπασμένο (κύμα ή σωματίδιο) είναι, στην πραγματικότητα, ενωμένο (κβάντο), και ό,τι εμφανίζεται ως αντιφατικό γίνεται αντιληπτό ως μη-αντιφατικό.
Η προβολή του Τ στο ίδιο και το αυτό επίπεδο Πραγματικότητας είναι που οδηγεί σε εμφάνιση αμοιβαία αποκλειόμενων, ανταγωνιστικών ζευγών (Α και μη-Α). Το ένα και μόνο επίπεδο Πραγματικότητας παράγει μονάχα ανταγωνιστικές αντιθέσεις. Είναι εγγενώς αυτό-καταστροφικό εάν διαχωριστεί πλήρως απ’ όλα τα άλλα επίπεδα Πραγματικότητας. Άρα, ένας τρίτος όρος (πείτε τον Τ0) που εντοπίζεται στο ίδιο επίπεδο Πραγματικότητας με αυτό των αντιθέτων Α και μη-Α, δεν μπορεί να πετύχει την εναρμόνισή τους.
Ο όρος-Τ είναι όρος-κλειδί για την κατανόηση της απροσδιοριστίας: βρισκόμενος σε διαφορετικό επίπεδο Πραγματικότητας από το επίπεδο του Α και του μη-Α, συνεπάγεται κατ’ ανάγκην την ύπαρξη ενός επηρεασμού στο όμορο και διαφορετικό επίπεδο Πραγματικότητας: οι νόμοι ενός δεδομένου επίπεδου δεν διαθέτουν τέτοια αυτεπάρκεια ώστε να περιγράψουν τα φαινόμενα που λαμβάνουν χώρα στο αντίστοιχο επίπεδο.

Η μεστή διαφορά μεταξύ της τριάδας του συμπεριλαμβανομένου ενδιάμεσου και της χεγκελιανής τριάδας μπορεί να αποσαφηνιστεί εάν λάβουμε υπόψη τον ρόλο του χρόνου. Στην τριάδα του συμπεριλαμβανομένου ενδιάμεσου οι τρεις όροι συνυπάρχουν στον χρόνο. Εν αντιθέσει, ο καθένας από τους τρεις όρους της χεγκελιανής τριάδας έπεται του προηγούμενου. Αυτός είναι ο λόγος που η χεγκελιανή τριάδα είναι ανίκανη να επιτύχει την εναρμόνιση των αντιθέτων, ενώ αντιθέτως η τριάδα του συμπεριλαμβανομένου ενδιάμεσου είναι ικανή να το κάνει. Στη λογική του συμπεριλαμβανομένου ενδιάμεσου, τα αντίθετα δηλώνουν πιο πολύ αντιφατικούς όρους: η ένταση μεταξύ των αντιφατικών όρων οικοδομεί μια ενότητα που συμπεριλαμβάνει και υπερβαίνει το άθροισμά τους. Η χεγκελιανή τριάδα δε μπορεί να εξηγήσει με τίποτα τη φύση της απροσδιοριστίας.
Μπορεί κανείς να διακρίνει τον μεγάλο κίνδυνο παρανόησης από την αρκετά συχνή σύγχυση του αξιώματος του αποκλεισμένου μέσου και του αξιώματος της μη-αντίφασης. Η λογική του συμπεριλαμβανομένου ενδιάμεσου είναι μη-αντιφατική με την έννοια ότι συμμορφώνεται πλήρως με το αξίωμα της μη-αντίφασης, και αυτή η συνθήκη διευρύνει τις έννοιες του «αληθούς» και του «ψευδούς» ώστε οι κανόνες του λογικού συμπερασμού να μην αφορούν πλέον δύο (Α και μη-Α) αλλά τρεις όρους (Α, μη-Α και Τ), που συνυπάρχουν ταυτοχρόνως. Πρόκειται για μια τυπική λογική, όπως ακριβώς και κάθε άλλη τυπική λογική: οι κανόνες της προέρχονται μέσω ενός σχετικά απλού μαθηματικού φορμαλισμού.

Βλέπουμε, λοιπόν, ότι η λογική του συμπεριλαμβανομένου ενδιάμεσου δεν είναι μόνο μεταφορικό σχήμα, κάποιο είδος αυθαίρετης κόσμησης της κλασικής λογικής, που θα μας καθιστούσε ως διά μαγείας ικανούς για περιπετειώδεις εξορμήσεις στην αχανή επικράτεια της πολυπλοκότητας. Αντιθέτως, η λογική του συμπεριλαμβανομένου ενδιάμεσου είναι η προνομιακή λογική της πολυπλοκότητας, προνομιακή με την έννοια ότι μας επιτρέπει να διασχίσουμε τις διάφορες εκτάσεις της γνώσης με συνεκτικό τρόπο καθιστώντας δυνατό ένα νέο είδος απλότητας.
Η λογική του συμπεριλαμβανομένου ενδιάμεσου δεν καταργεί τη λογική του αποκλεισμένου ενδιάμεσου: το μόνο που κάνει είναι να περιορίζει τη σφαίρα εγκυρότητάς της. Η λογική του αποκλεισμένου ενδιάμεσου ισχύει, δίχως αμφιβολία, για σχετικά απλές καταστάσεις. Από την άλλη, η ίδια λογική είναι επιζήμια όσον αφορά σύνθετες, διαγνωσιακές περιπτώσεις. Για μένα, το πρόβλημα της απροσδιοριστίας ανήκει σ’ αυτήν ακριβώς την τελευταία κατηγορία περιπτώσεων.


3. Η γκεντελιανή ενότητα του κόσμου.

Η διαγνωσιακή προσέγγιση [7] εισηγείται και εξετάζει μια πολυδιάστατη Πραγματικότητα, σχηματισμένη από πολλαπλά επίπεδα, τα οποία αντικαθιστούν το ένα και μόνο επίπεδο της κλασικής σκέψης – τη μονοδιάστατη πραγματικότητα. Όμως αυτή η εισήγηση δεν αρκεί από μόνη της για να δικαιολογήσει μια νέα οπτική του κόσμου. Πριν απ’ όλα θα πρέπει κανείς να απαντήσει ει δυνατόν σαφέστερα σε αρκετά ερωτήματα. Ερωτήματα όπως τα εξής: Ποια είναι η φύση της θεωρίας εκείνης που θα μπορούσε να περιγράψει τη μετάβαση από το ένα επίπεδο στο άλλο; Υπάρχει πραγματικά συνοχή σ’ αυτή τη μετάβαση, ενότητα της ολότητας των επιπέδων Πραγματικότητας; Ποιος είναι ο ρόλος του υποκειμένου-παρατηρητή της πραγματικότητας στη δυναμική που διέπει την πιθανολογούμενη ενότητα όλων των επιπέδων Πραγματικότητας; Υπάρχει ένα επίπεδο Πραγματικότητας με προνομιακό ρόλο σε σχέση με όλα τα υπόλοιπα; Ποιος είναι ο ρόλος του λόγου στη δυναμική της πιθανής ενότητας της γνώσης; Ποια είναι η προγνωστική ικανότητα του νέου μοντέλου της Πραγματικότητας στη σφαίρα του αναστοχασμού και της δράσης; Τέλος, είναι όντως εφικτή η κατανόηση του παρόντος κόσμου;
Σύμφωνα με το μοντέλο μας, η Πραγματικότητα συναποτελείται από έναν ορισμένο αριθμό επιπέδων [1, 2]. Οι παρατηρήσεις που ακολουθούν στη συνέχεια έχουν βάση ανεξάρτητα από το κατά πόσον ο αριθμός των επιπέδων είναι πεπερασμένος ή άπειρος. Για λόγους σαφήνειας, όμως, ας υποθέσουμε ότι είναι άπειρος.
Δύο παρακείμενα επίπεδα Πραγματικότητας συνδέονται βάσει της λογικής του συμπεριλαμβανομένου ενδιάμεσου με την εξής έννοια: η κατάσταση-Τ ενός ορισμένου επιπέδου συνδέεται με το ζεύγος αντιφατικών όρων (Α και μη-Α) του αμέσως παρακείμενου επιπέδου. Η κατάσταση-Τ πραγματοποιεί την ενοποίηση των αντιφατικών όρων Α και μη-Α, όμως αυτή η ενοποίηση πραγματοποιείται σε ένα διαφορετικό επίπεδο από εκείνο στο οποίο εντοπίζονται το Α και το μη-Α. Ως εκ τούτου, το αξίωμα της μη-αντίφασης τηρείται. Αυτό το γεγονός σημαίνει άραγε ότι θα μπορούσαμε να καταλήξουμε σε μια ολοκληρωμένη θεωρία, ικανή να εξηγήσει όλα τα γνωστά και όλα τα ανακύπτοντα αποτελέσματα;
Υπάρχει, σαφώς, συνοχή μεταξύ των διαφορετικών επιπέδων της Πραγματικότητας, στον φυσικό κόσμο τουλάχιστον. Για την ακρίβεια, αν κάτι δείχνει να ιθύνει την εξέλιξη του σύμπαντος, από το απείρως μικρό ώς το απείρως μεγάλο και από το απείρως βραχύ ώς το απείρως μακρύ, αυτό είναι μια τεράστια αυτοσυνέπεια – κάτι σαν κοσμικό bootstrap [9]. Στο υλικό σύμπαν μας παρατηρούμε μια ροή πληροφορίας να μεταβιβάζεται με συνεκτικό τρόπο από το ένα επίπεδο Πραγματικότητας στο άλλο.

Η λογική του συμπεριλαμβανομένου ενδιάμεσου είναι ικανή να περιγράψει τη συνοχή των επιπέδων Πραγματικότητας διαμέσου μιας επαναληπτικής διαδικασίας που χαρακτηρίζεται από τα εξής στάδια: 1. Έχουμε αρχικά ένα ζεύγος αντιφατικών όρων (Α και μη-Α) εντοπισμένο σε ένα ορισμένο επίπεδο Πραγματικότητας που είναι ενωμένο με μια κατάσταση-Τ εντοπισμένη σε ένα συνορεύον επίπεδο Πραγματικότητας· 2. Έπειτα η κατάσταση-Τ συνδέεται με ένα ζευγάρι αντιφατικών όρων (Α΄ και μη-Α΄) που εντοπίζεται στο δικό της επίπεδο· 3. Το τελευταίο ζεύγος αντιφατικών όρων (Α΄ και μη-Α΄) με τη δική του σειρά ενώνεται με μια κατάσταση-Τ΄ που εντοπίζεται σε διαφορετικό πάλι επίπεδο Πραγματικότητας, άμεσα συνορεύον με αυτό στο οποίο βρίσκεται η τριάδα (Α΄, μη-Α΄, Τ΄). Η ίδια διαδικασία εξακολουθεί επ’ άπειρον μέχρις ότου εξαντληθεί κάθε επίπεδο Πραγματικότητας, γνωστό ή επιδεκτικό νοητικής σύλληψης.
Με άλλα λόγια, ο τρόπος που ενεργεί η λογική του συμπεριλαμβανομένου ενδιάμεσου στα διαφορετικά επίπεδα Πραγματικότητας συνεπάγεται μια ανοικτή, γκεντελιανή δομή της ενότητας των επιπέδων Πραγματικότητας. Η εν λόγω δομή έχει αξιοσημείωτες συνέπειες για τη θεωρία της γνώσης, καθώς υποδηλώνει ότι είναι αδύνατον να φτάσουμε ποτέ σε ολοκληρωμένη θεωρία, περίκλειστη στον εαυτό της.

Στην πράξη, συμφωνώντας με το αξίωμα της μη-αντίφασης, η κατάσταση-Τ πραγματοποιεί την ενοποίηση ενός ζεύγους αντιφατικών όρων (Α και μη-Α) και την ίδια στιγμή όμως συνδέεται με ένα δεύτερο ζεύγος αντιφατικών όρων (Α΄ και μη-Α΄). Τούτο σημαίνει ότι, παίρνοντας κάποιος έναν ορισμένο αριθμό αμοιβαία αποκλεισμένων ζευγών, μπορεί να κατασκευάσει μια καινούργια θεωρία που εξουδετερώνει τις αντιφάσεις σε ένα ορισμένο επίπεδο πραγματικότητας, μόνο που κάτι τέτοιο δεν μπορεί παρά να είναι προσωρινό, καθώς οδηγεί αναπόφευκτα –υπό τη συνδυαστική πίεση θεωρίας και εμπειρίας– στην ανακάλυψη νέων επιπέδων αντιφατικών όρων, εντοπισμένων τώρα σε νέα επίπεδα Πραγματικότητας. Αυτή η καινούργια θεωρία με τη σειρά της θα αντικατασταθεί από ακόμα πιο ενοποιημένες θεωρίες καθώς ανακαλύπτονται νέα επίπεδα Πραγματικότητας. Η διαδικασία που μόλις περιέγραψα θα εξακολουθεί επ’ άπειρον, δίχως ποτέ να καταλήξει σε πλήρως ενοποιημένη θεωρία. Όμως το αξίωμα της μη-αντίφασης επιβεβαιώνεται συνεχώς στη διάρκεια αυτής της διαδικασίας. Και με αυτή την έννοια, μπορούμε δίχως ποτέ να οδηγηθούμε σε κάποια απόλυτη μη-αντίφαση να μιλάμε για εξέλιξη της γνώσης που διαλαμβάνει όλα τα επίπεδα της Πραγματικότητας: μιας γνώσης για πάντα ανοικτής. Η πιο λεπτή ύλη διαπερνά την πιο άκαμπτη, ακριβώς όπως η κβαντική ύλη διαπερνά τη μακροφυσική· όμως το αντίθετο δεν ισχύει. Οι αναβαθμοί της υλικότητας μάς υποδεικνύουν την ύπαρξη ενός βέλους ορισμένης κατεύθυνσης για να ανιχνεύσουμε τη μεταβίβαση πληροφορίας από το ένα επίπεδο στο άλλο. Αυτό το βέλος ορισμένης κατεύθυνσης συνδέεται με την ανακάλυψη όλο και πιο γενικών, ενοποιημένων και συμπεριληπτικών νόμων.
Η ανοικτή δομή της ενότητας των επιπέδων Πραγματικότητας βρίσκεται σε συμφωνία με ένα από τα πιο σημαντικά επιστημονικά επιτεύγματα του 20ού αιώνα όσον αφορά την αριθμητική, το θεώρημα του Κουρτ Γκέντελ [8]. Το θεώρημα Γκέντελ μάς λέει πως ένα επαρκώς πληθωρικό σύστημα αξιωμάτων οδηγεί αναπόφευκτα σε αποτελέσματα που είναι είτε μη-αποφασίσιμα είτε αντιφατικά. Το θεώρημα Γκέντελ έχει συνεπαγωγές μεγάλης βαρύτητας για κάθε σύγχρονη θεωρία της γνώσης. Πρώτα απ’ όλα, δεν αφορά την αριθμητική μόνο, αλλά όλα τα μαθηματικά που περιλαμβάνουν αριθμητική. Τώρα, προφανώς τα μαθηματικά στη βάση της θεωρητικής φυσικής περιλαμβάνουν αριθμητική. Άρα κάθε αναζήτηση για ολοκληρωμένη φυσική θεωρία είναι απατηλή.

Στην πραγματικότητα, η αναζήτηση ενός αξιωματικού συστήματος που απολήγει σε ολοκληρωμένη θεωρία (δίχως μη-αποφασίσιμα και αντιφατικά αποτελέσματα) είναι το απόγειο και συνάμα η αρχή της παρακμής της κλασικής σκέψης. Το όνειρο της αξιωματικής μεθόδου κατέρρευσε μπροστά στην ετυμηγορία του ιερού των ιερών της κλασικής σκέψης – της μαθηματικής αυστηρότητας.
Το θεώρημα που ο Κουρτ Γκέντελ απέδειξε στα 1931 είχε εκείνη την εποχή μικρό μόνο αντίκτυπο πέρα από έναν αρκετά περιορισμένο κύκλο ειδικών. Η δυσκολία και η φοβερή λεπτότητα της απόδειξής του δικαιολογεί το γεγονός ότι έπρεπε να μεσολαβήσει ένα ορισμένο διάστημα μέχρις ότου η μαθηματική κοινότητα το κατανοήσει. Και τώρα που μιλάμε, μόλις που έχει αρχίσει να εισχωρεί στο κόσμο των φυσικών. Ο Βόλφγκανγκ Πάουλι, ένας από τους ιδρυτές της κβαντικής μηχανικής, υπήρξε από τους πρώτους φυσικούς που κατανόησαν την εξαιρετική σημασία του θεωρήματος Γκέντελ για την κατασκευή φυσικών θεωριών [9].
Η γκεντελιανή δομή της ενότητας των επιπέδων Πραγματικότητας σε συνάφεια με τη λογική του συμπεριλαμβανόμενου ενδιάμεσου οδηγούν στο συμπέρασμα ότι είναι αδύνατον να κατασκευάσουμε μια ολοκληρωμένη θεωρία για να περιγράψουμε τη μεταβίβαση από το ένα επίπεδο στο άλλο και, a fortiori [πολλώ μάλλον], την ενότητα των επιπέδων Πραγματικότητας.
Εάν όντως υπάρχει, η ενότητα που συνδέει κάθε επίπεδο Πραγματικότητας είναι κατ’ ανάγκην ανοικτή.
Ασφαλώς και υπάρχει συνοχή της ενότητας των επιπέδων Πραγματικότητας, όμως θα πρέπει να μην ξεχνάμε ότι έχει ορισμένη κατεύθυνση: υπάρχει ένα βέλος που χαρακτηρίζει κάθε μεταβίβαση πληροφορίας από το ένα επίπεδο στο άλλο. Κατά συνέπεια, εάν στενεύσουμε τη συνοχή στα όρια των επίπεδων Πραγματικότητας, αυτή παύει να υφίσταται πέρα από το «υψηλότερο» και το «χαμηλότερο» επίπεδο. Εάν, τώρα, θέλουμε να θέσουμε ως δεδομένη την ιδέα μιας συνοχής που εξαλοκουθεί πέραν αυτών των δύο περιορισμένων επιπέδων, θα πρέπει, για να υφίσταται ανοικτή ενότητα, να συλλάβουμε μια ενότητα επιπέδων Πραγματικότητας εκτεινόμενη σε μια ζώνη μη-αντίστασης στις εμπειρίες, τις αναπαραστάσεις, τις περιγραφές, τις εικόνες και τους μαθηματικούς φορμαλισμούς μας. Στο δικό μας μοντέλο για την Πραγματικότητα, αυτή η ζώνη μη-αντίστασης αντιστοιχεί στο «καταπέτασμα» αυτού που ο Μπερνάρντ ντε Εσπανιάτ χαρακτήρισε σαν «καταπέτασμα του πραγματικού» [10]. Δηλαδή, το «ανώτερο» και το «κατώτερο» επίπεδο της ενότητας των επιπέδων Πραγματικότητας συνδέονται μεταξύ τους μέσα από μια ζώνη απόλυτης διαφάνειας. Όμως αυτά τα δυο επίπεδα εξακολουθούν να διαφέρουν ανάμεσά τους· μόνο που από την άποψη των δικών μας εμπειριών, αναπαραστάσεων, περιγραφών, εικόνων και μαθηματικών φορμαλισμών, αυτή η απόλυτη διαφάνεια λειτουργεί σαν καταπέτασμα. Στην πραγματικότητα, η ανοικτή ενότητα του κόσμου συνεπάγεται πως το «κάτωθεν» είναι το ίδιο και το αυτό με το «άνωθεν». Η ζώνη μη-αντίστασης δημιουργεί έναν ισομορφισμό μεταξύ «άνωθεν» και «κάτωθεν».


Πολύ απλά, η μη-αντίσταση αυτής της ζώνης απόλυτης διαφάνειας οφείλεται στους περιορισμούς των σωμάτων και των αισθητηριακών οργάνων μας, οι οποίοι ισχύουν ανεξάρτητα από τα όργανα μέτρησης που χρησιμοποιούνται για να τα διευρυνθούν. Το να ισχυριστεί κάποιος ότι η ανθρώπινη γνώση είναι άπειρη (αποκλείοντας, έτσι, οποιαδήποτε μορφή ζώνης μη-αντίστασης) και την ίδια στιγμή να θεωρεί ως δεδομένους τους περιορισμούς του σώματος και των αισθητήριων οργάνων μας, δεν είναι παρά επίτευγμα ρητορικής λαθροχειρίας. Η ζώνη μη-αντίστασης αντιστοιχεί στο ιερό, σε ό,τι δηλαδή δεν υποτάσσεται σε καμία εκλογίκευση.
Η ενότητα των επιπέδων Πραγματικότητας και η συμπληρωματική προς αυτή ζώνη μη-αντίστασης συνιστούν το διαγνωσιακό Αντικείμενο.
Από τη συνύπαρξη της σύνθετης πολλαπλότητας και της ανοικτής ενότητας προκύπτει μια νέα Αρχή Σχετικότητας [7]: ότι δεν υπάρχει κάποιο προνομιακό επίπεδο Πραγματικότητας μέσα από το οποίο μπορεί κάποιος να κατανοήσει όλα τα υπόλοιπα επίπεδα. Ένα επίπεδο Πραγματικότητας είναι αυτό που είναι μόνο επειδή την ίδια στιγμή υπάρχουν και όλα τα άλλα επίπεδα. Αυτή η Αρχή της Σχετικότητας δίνει νέα διάσταση στη θρησκεία, την πολιτική, την τέχνη, την παιδεία και την κοινωνική ζωή. Σύμφωνα με τη διαγνωσιακή άποψη, η Πραγματικότητα δεν είναι απλώς πολυδιάστατη, μα και πολυαναφορική επίσης.
Τα διαφορετικά επίπεδα Πραγματικότητας είναι προσβάσιμα στην ανθρώπινη γνώση χάρη στην ύπαρξη διαφορετικών επιπέδων αντίληψης, τα οποία και βρίσκονται σε αμφιμονοσήμαντη αντιστοιχία με τα πρώτα. Αυτά τα επίπεδα αντίληψης επιτρέπουν μια όλο και πιο γενική, ενιαία, συμπεριληπτική άποψη για την Πραγματικότητα, δίχως όμως ποτέ να την εξαντλούν πλήρως.
Όπως και στην περίπτωση των επιπέδων Πραγματικότητας, έτσι και η συνοχή των επιπέδων αντίληψης προϋποθέτει την ύπαρξη ζώνης μη-αντίστασης στην αντίληψη.
Η ενότητα των επιπέδων αντίληψης και η συμπληρωματική προς αυτή ζώνη μη-αντίστασης συνιστούν το διαγνωσιακό Υποκείμενο.

Οι δύο ζώνες μη-αντίστασης, του διαγνωσιακού Αντικειμένου και του διαγνωσιακού Υποκειμένου, χρειάζεται να είναι ταυτόσημες ώστε να μπορεί το διαγνωσιακό Υποκείμενο να επικοινωνεί με το διαγνωσιακό Αντικείμενο. Χρειάζεται να υπάρχει μια ροή συνείδησης που διέρχεται κατά συνεκτικό τρόπο τα διάφορα επίπεδα αντίληψης αντίστοιχη προς τη ροή πληροφορίας που διέρχεται κατά συνεκτικό τρόπο τα διάφορα επίπεδα Πραγματικότητας. Το ότι αυτές οι δυο ροές είναι σε σχέση ισομορφισμού οφείλεται στην ύπαρξη μίας και αυτής ζώνης μη-αντίστασης. Δεν υπάρχει γνώση είτε αμιγώς εξωτερική είτε αμιγώς εσωτερική: η γνώση είναι εξωτερική και συνάμα εσωτερική. Η μελέτη του σύμπαντος και η μελέτη του ανθρώπου στηρίζονται η μία την άλλη. Η ζώνη μη-αντίστασης επιτρέπει την ενοποίηση του διαγνωσιακού Υποκειμένου και του διαγνωσιακού Αντικειμένου ενώ παράλληλα διατηρεί τη διαφορά τους.
Η διαγνωσιακότητα συνιστά την υπέρβαση του δυϊσμού των δυαδικών ζευγών: υποκειμένου-αντικειμένου, υποκειμενικότητας-αντικειμενικότητας, ύλης-συνείδησης, φύσης-θείου, απλότητας-πολυπλοκότητας, αναγωγισμού-ολισμού, πολλαπλότητας- ενότητας. Η ανοικτή ενότητα που περικλείει τόσο το σύμπαν όσο και τον άνθρωπο υπερβαίνει τη δυϊστική σκέψη.
Πιο συγκεκριμένα, το διαγνωσιακό μοντέλο της Πραγματικότητας έχει σημαντικές συνέπειες για τη μελέτη της πολυπλοκότητας. Δίχως τον αντιφατικό πόλο της απλότητας (ή, ακριβέστερα, της μονοδρομικότητας), η πολυπλοκότητα παίρνει τη μορφή μιας όλο και πιο διευρυμένης απόστασης μεταξύ ανθρώπου και Πραγματικότητας, κάτι που οδηγεί σε αυτοκαταστροφική αλλοτρίωση του πρώτου, βυθίζοντάς τον στον παραλογισμό του πεπρωμένου. Η άπειρη απλότητα του διαγνωσιακού Υποκειμένου είναι αντίστοιχη προς την άπειρη πολυπλοκότητα του διαγνωσιακού Αντικειμένου.
Το πρόβλημα Υποκειμένου-Αντικειμένου υπήρξε κεντρικό για τους ιδρυτές της κβαντικής μηχανικής. Ο Χάιζενμπεργκ και ο Πάουλι –όπως ο Χούσερλ, ο Χάιντεγκερ και ο Κασίρερ– διέψευσαν το βασικό αξίωμα της νεότερης μεταφυσικής: τη ρητή διάκριση μεταξύ Υποκειμένου και Αντικειμένου. Και οι δικές μας θεωρήσεις εντάσσονται στο ίδιο πλαίσιο επίσης.


4. Θάνατος και ανάσταση της Φύσης.

Η νεωτερικότητα είναι ιδιαίτερα θανατηφόρα. Έχει επινοήσει «θανάτους» και «τέλη» κάθε είδους: τον θάνατο του Θεού, τον θάνατο του Ανθρώπου, το τέλος των ιδεολογιών, το τέλος της ιστορίας και, σήμερα, το τέλος της επιστήμης [11].
Όμως υπάρχει ένας θάνατος για τον οποίο δεν γίνεται πολύς λόγος, είτε από ντροπή είτε από άγνοια: ο θάνατος της Φύσης. Κατά την άποψη μου, αυτός ο θάνατος, της Φύσης, είναι η πηγή όλων των άλλων μοιραίων εννοιών που μόλις ανέφερα. Σε κάθε περίπτωση, η ίδια η λέξη «Φύση» έπαψε να χρησιμοποιείται αφού πρώτα εξαφανίστηκε από το επιστημονικό λεξιλόγιο. Φυσικά, «καθημερινοί άνθρωποι», όπως και επιστήμονες (σε έργα εκλαΐκευσης), εξακολουθούν να τη χρησιμοποιούν, όμως με έναν συγχυσμένο, συναισθηματικό τρόπο που πια θυμίζει μαγεία.
Δεν έχουμε σταματήσει ποτέ να αναπροσδιορίζουμε την εικόνα που έχουμε για τη Φύση [12]. Σε πείσμα οποιασδήποτε ένδειξης περί του αντιθέτου, οι ιστορικοί της επιστήμης συμφωνούν ότι δεν υπήρξε μονάχα μια αντίληψη περί Φύσης στην πάροδο των χρόνων. Τι κοινό θα μπορούσε να είχε η Φύση των λεγόμενων «πρωτόγονων» ανθρώπων, η Φύση των Ελλήνων, η Φύση την εποχή του Γαλιλαίου, του Μαρκίσιου ντε Σαντ, του Λαπλάς ή του Νοβάλις; Η αντίληψη περί Φύσης σε μια δεδομένη περίοδο εξαρτάται από το φαντασιακό που δεσπόζει κατά τη διάρκειά της· κάτι που με τη σειρά του εξαρτάται από μια ποικιλία παραμέτρων: τον βαθμό ανάπτυξης της επιστήμης και της τεχνολογίας, την κοινωνική οργάνωση, την τέχνη, τη θρησκεία κ.λπ. Άπαξ και σχηματιστεί, η εικόνα περί Φύσης ασκεί επίδραση σε όλους τους τομείς της γνώσης. Η μετάβαση από τη μια στην άλλη εικόνα δεν είναι προοδευτική, συνεχής – λαμβάνει χώρα μέσω αιφνίδιων, ριζικών, ασυνεχών τομών. Μπορεί μάλιστα να συνυπάρχουν διάφορες αντιφατικές αντιλήψεις. Η εξαιρετική πολλαπλότητα των αντιλήψεων περί Φύσης εξηγεί το γιατί δεν μπορούμε να μιλάμε για τη Φύση εν γένει, παρά μόνο για μια συγκεκριμένη φύση κατ’ αντιστοιχία προς το φαντασιακό μιας δεδομένης περιόδου.

Οι εικόνες ως προς τη Φύση είχαν ανέκαθεν πολύμορφη επίδραση: επιδρούσαν όχι μόνο στην επιστήμη, μα και στην τέχνη, τη θρησκεία και την κοινωνική ζωή επίσης. Πράγμα που μας επιτρέπει να εξηγήσουμε και ορισμένες παράδοξες συγκυρίες. Θα περιοριστώ εδώ σε ένα μονάχα παράδειγμα: την ταυτόχρονη εμφάνιση της θεωρίας περί τέλους της ιστορίας και περί τέλους της επιστήμης ακριβώς πριν την έναρξη της τρίτης χιλιετηρίδας. Για παράδειγμα, οι ενιαίες θεωρίες στη φυσική έχουν ως σκοπό τους να επεξεργαστούν μια ολοκληρωμένη προσέγγιση, βασισμένη σε μια μοναδική αλληλεπίδραση, η οποία μπορεί να προβλέψει τα πάντα (εξού και ο τίτλος τους: «Θεωρία των Πάντων»). Είναι αρκετά προφανές πως η διατύπωση μιας τέτοιας θεωρίας θα σήμαινε το τέλος της στοιχειώδους φυσικής, μιας και πλέον δεν θα έχει μείνει τίποτα να αναζητήσουμε. Έχει ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε ότι τόσο η ιδέα περί τέλους της ιστορίας όσο και η ιδέα περί τέλους της επιστήμης προήλθαν ταυτοχρόνως από το φαντασιακό περί «τέλους του αιώνα».
Παρόλη την άφθονη και εντυπωσιακή ποικιλία των εικόνων περί Φύσης, μπορούμε να διακρίνουμε τρία κύρια στάδια τους: τη Μαγική Φύση, τη Φύση ως Μηχανή και τον Θάνατο της Φύσης. Η μαγική σκέψη βλέπει τη φύση σαν ένα ζωντανό οργανισμό, προικισμένο με νόηση και συνείδηση. Το θεμελιακό αξίωμα της μαγικής σκέψης είναι αυτό της καθολικής αλληλεξάρτησης: δεν μπορούμε να συλλάβουμε τη Φύση πέραν της σχέσης της μαζί μας. Τα πάντα είναι σημάδι, ίχνος, υπογραφή, σύμβολο. Η επιστήμη, με τη νεότερη σημασία της λέξης, είναι περιττή.

Στο άλλο άκρο, η μηχανιστική και ντετερμινιστική σκέψη του 18ου και προπαντός του 19ου αιώνα (η οποία, παρεμπιπτόντως, δεσπόζει ακόμα), αντιλαμβάνεται τη Φύση όχι σαν οργανισμό αλλά σαν μηχανή. Την οποία αρκεί να αποσυναρμολογήσεις για να την κατέχεις εξ ολοκλήρου. Το βασικό αξίωμα της μηχανιστικής και ντετερμινιστικής σκέψης είναι ότι μπορείς να γνωρίσεις και να κατακτήσεις τη Φύση με επιστημονικές μεθόδους, που είναι καθορισμένες εντελώς ανεξάρτητα και ξέχωρα από εμάς.
Το λογικό επακόλουθο της μηχανιστικής και ντετερμινιστικής αντίληψης δεν είναι από τον Θάνατο της Φύσης, την εξαφάνιση της έννοιας της Φύσης από το επιστημονικό πεδίο. Από τις απαρχές της μηχανιστικής αντίληψης και δώθε, η οποία αντιλαμβάνεται τη Φύση σαν μηχανή, με ή χωρίς την εικόνα του Θεού ως ωρολογοποιού, η Φύση διασπάται σε ένα σύνολο διακριτών μερών. Από τότε και ύστερα, θεωρείται πως δεν υπάρχει ανάγκη για κάποιο συνεκτικό όλον, κάποιον ζωντανό οργανισμό, ή έστω για μια μηχανή με μια κάποια τελολογική απόπνοια. Η Φύση είναι νεκρή, όμως η πολυπλοκότητα εξακολουθεί. Μια τρομερή πολυπλοκότητα μάλιστα (που συχνά συγχέουμε με την «περιπλοκή»), μια πολυπλοκότητα που διαπερνά κάθε ένα ξεχωριστά και όλα μαζί τα πεδία της γνώσης. Μόνο που αυτή η πολυπλοκότητα γίνεται αντιληπτή ως κάτι το τυχαίο· εμείς οι ίδιοι θεωρούμαστε τυχαίο αποτέλεσμα αυτής της πολυπλοκότητας.
Ο Θάνατος της Φύσης είναι ασύμβατος με τη συνεκτική ερμηνεία των αποτελεσμάτων της σύγχρονης επιστήμης, σε πείσμα της επιμονής μιας νεο-αναγωγιστικής τάσης να δίνει πρωταρχική σημασία στα βασικά δομικά στοιχεία της ύλης και στις τέσσερις γνωστές υλικές αλληλεπιδράσεις. Σύμφωνα με αυτή τη νέο-αναγωγιστική τάση, κάθε προσφυγή στη Φύση είναι περιττή και ανούσια. Στην πραγματικότητα, όμως, η Φύση είναι νεκρή μόνο για μια ορισμένη αντίληψη του κόσμου – την κλασική αντίληψη.

Η αυστηρή αντικειμενικότητα της κλασικής σκέψης είναι εφικτή μόνο στον κλασικό κόσμο. Η ιδέα της ολικής διάκρισης μεταξύ του παρατηρητή και μιας Πραγματικότητας υποτίθεται εντελώς ανεξάρτητης, οδηγεί σε ανυπέρβλητα παράδοξα. Στην πραγματικότητα, ο κβαντικός κόσμος διέπεται από μια πολύ πιο «λεπτή» αντίληψη περί αντικειμενικότητας: η αντικειμενικότητα εξαρτάται από το υπό εξέταση επίπεδο της Πραγματικότητας.
Ο ίδιος ο χωροχρόνος δεν είναι πλέον πάγια έννοια. Ο δικός μας χωροχρόνος, ο χωροχρόνος των τεσσάρων διαστάσεων, δεν είναι ο μόνος χωροχρόνος που μπορούμε να συλλάβουμε. Σύμφωνα με ορισμένες φυσικές θεωρίες, μοιάζει περισσότερο με κατά προσέγγιση υπολογισμό, με κομμάτι ενός ακόμα πλουσιότερου χωροχρόνου, που είναι πηγή πιθανών φαινομένων. Οι συμπληρωματικές διαστάσεις δεν είναι ένα προϊόν αμιγούς διανοητικής πιθανολογίας. Είναι απαραίτητες για να διασφαλιστεί η αυτοσυνέπεια της θεωρίας και η εξάλειψη διάφορων ανεπιθύμητων πτυχών της. Και μπορεί να μη διαθέτουν καθαρά τυπικό χαρακτήρα μεν, έχουν όμως υλικές συνέπειες ως προς τη δική μας κλίμακα. Και σύμφωνα με κάποιες κοσμολογικές θεωρίες επίσης, εάν υποθέταμε την ύπαρξη πολυδιάστατου χωροχρόνου στο σύμπαν από την «απαρχή» του big bang, οι συμπληρωματικές διαστάσεις θα μας ήταν κρυμμένες και δεν θα μπορούσαμε να τις παρατηρήσουμε· όμως τα υπολείμματά αυτών των διαστάσεων θα αποτελούσαν ακριβώς τις γνωστές σε μας υλικές αλληλεπιδράσεις. Γενικεύοντας το παράδειγμα που μας προσφέρει η μοριακή φυσική, μπορούμε να συλλάβουμε πώς ορισμένα επίπεδα Πραγματικότητας αντιστοιχούν σε έναν διαφορετικό χωροχρόνο από τον χωροχρόνο του δικού μας επίπεδο. Και όχι μόνο αυτό, γιατί έτσι ακόμα και η ίδια πολυπλοκότητα θα εξαρτιόταν από τη φύση του χωροχρόνου επίσης.

Όπως και ο Χάιζενμπεργκ [4], έτσι και εμείς μπορούμε να κάνουμε ένα επιπλέον βήμα και να ισχυριστούμε ότι, στην πραγματικότητα, ο κλασικός χωροχρόνος των τεσσάρων διαστάσεων είναι ανθρωπομορφική έννοια, βασισμένη στα αισθητηριακά όργανα μας.Σύμφωνα με κάποιες σύγχρονες επιστημονικές ιδέες, η ύλη απέχει κατά πολύ απ’ το να είναι ταυτόσημη με την υπόσταση. Στον κβαντικό κόσμο, η ύλη αφορά ένα πλέγμα υπόστασης-ενέργειας- πληροφορίας-χωροχρόνου.
Είναι κάπως μυστηριώδες, έτσι, το γιατί οι τροχιές έπαιξαν τέτοιο κεντρικό ρόλο στη διαμόρφωση της νεότερης φυσικής. Η κβαντική απροσδιοριστία έδειξε ότι δεν αποτελούν θεμελιώδη έννοια. Εσχάτως έχει προκύψει ένας νέος επιστημονικός κλάδος από την απροσδόκητη συνάντηση της θεωρίας της πληροφορίας και της κβαντικής μηχανικής: η Κβαντική Θεωρία της Πληροφορίας [13]. Τούτη η νεότευκτη επιστήμη έχει αρχίσει ήδη να θέτει κρίσιμα ερωτήματα όπως: είναι οι πληροφορικοί νόμοι πιο γενικοί –κι ως εκ τούτου βαθύτεροι– από τις εξισώσεις της κίνησης; Πρόκειται οι κεντρικές έννοιες της θέσης, της ταχύτητας και της τροχιάς των σωματιδίων να εγκαταλειφθούν για χάρη πληροφορικών νόμων, οι οποίοι, μάλιστα, μπορεί να ισχύουν όχι μόνο για τη φυσική μα και για άλλα πεδία γνώσης; Τα τελευταία χρόνια έχουν συντελεστεί σημαντικές πειραματικές πρόοδοι στα πεδία της υπέρθεσης, της διεμπλοκής, της κβαντικής κρυπτογραφίας και της τηλεμεταφοράς, παράλληλα με το ενδεχόμενο παραγωγής κβαντικών υπολογιστών. Πράγμα που δείχνει ότι αντιλήψεις σαν κι αυτή των «επιπέδων Πραγματικότητας» ή του «συμπεριλαμβανόμενου ενδιάμεσου» παύουν σταδιακά να είναι απλώς θεωρητικές υποθέσεις και αρχίζουν να μπαίνουν σήμερα στο πεδίο των πειραμάτων και, ίσως αύριο, στην καθημερινή ζωή.

Και μπορούμε να βεβαιώσουμε ότι, αν τη συγκρίνουμε με την αντίστοιχη έννοια της κλασικής αντίληψης, η ίδια η έννοια των νόμων της Φύσης αλλάζει εντελώς περιεχόμενο. Αυτή η κατάσταση μπορεί να συνοψιστεί σε τρεις θέσεις που διατύπωσε ο γνωστός φυσικός Βάλτερ Τίρινγκ [14]:

1. Οι νόμοι ενός οποιουδήποτε κατώτερου επιπέδου δεν καθορίζονται πλήρως από τους νόμους ενός οποιουδήποτε ανώτερου επιπέδου. Επομένως, θα πρέπει να επανεξετάσουμε κάποιες έννοιες που είναι εδραιωμένες στην κλασική φυσική, όπως του «στοιχειώδους» και του «τυχαίου». Ό,τι θεωρείται στοιχειώδες σε ένα ορισμένο επίπεδο μπορεί να είναι «τυχαίο» σε ένα ανώτερο και ό,τι θεωρείται τυχαίο ή αδιανόητο σε ένα ορισμένο επίπεδο μπορεί να είναι στοιχειώδες σε ένα ανώτερο επίπεδο.

2. Οι νόμοι ενός οποιουδήποτε κατώτερου επίπεδου εξαρτώνται περισσότερο από τις συνθήκες ανάδυσής τους παρά από τους νόμους ενός οποιουδήποτε ανώτερου επιπέδου. Οι νόμοι ενός δεδομένου επιπέδου εξαρτώνται ουσιαστικά από την τοπική διάταξη στην οποία αναφέρονται. Υπάρχει, επομένως, ένα είδος τοπικής αυτονομίας των αντίστοιχων επιπέδων Πραγματικότητας· εντούτοις, υπάρχουν ορισμένες εσωτερικές αμφισημίες ως προς τους νόμους του κατώτερου επιπέδου Πραγματικότητας που θα μπορούσαν να διευθετηθούν εάν λαμβάναμε υπόψη τους νόμους του ανώτερου επιπέδου. Η εσωτερική συνέπεια των νόμων είναι αυτό που μετριάζει την αμφισημία τους.

3. Η ιεραρχία των νόμων εξελίσσεται παράλληλα με το ίδιο το σύμπαν. Με άλλα λόγια, η γένεση των νόμων λαμβάνει χώρα ταυτοχρόνως με την εξέλιξη του σύμπαντος. Αυτοί οι νόμοι προϋπάρχουν απ’ την «απαρχή» του σύμπαντος ως δυνητικότητες. Η εξέλιξη του σύμπαντος είναι που ενεργοποιεί αυτούς τους νόμους και την ιεραρχία τους. Το διαγνωσιακό μοντέλο της Φύσης θα πρέπει να ειναι ικανό να ενσωματώσει όλη τη νέα γνώση των αναδυόμενων χαρακτηριστικών του φυσικού σύμπαντος. <./DD>

Η κατά Τίρινγκ περιγραφή των νόμων της Φύσης βρίσκεται σε πλήρη συμφωνία και με τις δικές μας θεωρήσεις περί γκεντελιανής δομής της Φύσης και της γνώσης. Μπορούμε πλέον να κατανοήσουμε πλήρως το πρόβλημα της κβαντικής απροσδιοριστίας ως τον επηρεασμό του κβαντικού επίπεδου Πραγματικότητας στο δικό μας μακροφυσικό επίπεδο Πραγματικότητας. Βεβαίως, οι νόμοι του μακροφυσικού επίπεδου εξαρτώνται περισσότερο, όπως γράφει και ο Τίρινγκ, από τις «συνθήκες ανάδυσής τους». Από την οπτική γωνία του μακροφυσικού επιπέδου η απροσδιοριστία εμφανίζεται ως κάτι το τυχαίο, το αδιανόητο, ή, έστω, ως σπάνιο συμβαίνον. Όμως, στην πραγματικότητα, αυτό συνιστά μια εσωτερική αμφισημία, που μπορεί να διευθετηθεί απλώς λαμβάνοντας υπόψη τους νόμους του κβαντικού επίπεδου. Σε αυτό το τελευταίο επίπεδο, η απροσδιοριστία είναι στοιχειώδης.
Μπορεί κάποιος να αναρωτηθεί κατά πόσον μπορούμε να συλλάβουμε με όρους λογικής μια γενικευμένη απροσδιοριστία, η οποία υπερβαίνει κατά πολύ το ζήτημα της τροχιάς των σωματιδίων. Ο Χάιζενμπεργκ εξέτασε ήδη την απροσδιοριστία της γλώσσας [4]: δηλαδή το ότι η φυσική γλώσσα δεν μπορεί να εκφράσει με οποιαδήποτε υψηλή ακρίβεια όλα τα στοιχεία της, καθώς ο τρόπος της να τα εκφράσει επιδρά ουσιαστικά πάνω σε ό,τι εκφράζεται. Η απροσδιοριστία της φυσικής γλώσσας είναι ένα μονάχα από τα παραδείγματα της γενικευμένης απροσδιοριστίας που παράγει η γκεντελιανή δομή της Φύσης και της γνώσης.

Συμπερασματικά, μπορούμε να διακρίνουμε τρεις μείζονες πτυχές της Φύσης σύμφωνα με το διαγνωσιακό μοντέλο της Πραγματικότητας:

1. Την πτυχή της Αντικειμενικής Φύσης, η οποία συνδέεται με τις φυσικές ιδιότητες του διαγνωσιακού Αντικειμένου· η αντικειμενική Φύση είναι υποκείμενη στην υποκειμενική αντικειμενικότητα. Αυτή η αντικειμενικότητα είναι υποκειμενική στο μέτρο που τα επίπεδα Πραγματικότητας συνδέονται με επίπεδα αντίληψης. Παρ’ όλα αυτά, η έμφαση δίνεται εδώ στην αντικειμενικότητα, εφόσον η μεθοδολογία που ακολουθείται είναι αυτή της επιστήμης.

2. Την πτυχή της Υποκειμενικής Φύσης, η οποία συνδέεται με τις φυσικές ιδιότητες του διαγνωσιακού Υποκειμένου· η υποκειμενική Φύση είναι υποκείμενη στην αντικειμενική υποκειμενικότητα. Αυτή η υποκειμενικότητα είναι αντικειμενική στο μέτρο που τα επίπεδα αντίληψης συνδέονται με επίπεδα Πραγματικότητας. Ωστόσο, η έμφαση εδώ δίνεται στην υποκειμενικότητα, εφόσον η μεθοδολογία που ακολουθείται είναι αυτή της αρχαίας επιστήμης του όντος, η οποία και τέμνει όλες τις παραδόσεις και τις θρησκείες του κόσμου.

3. Την πτυχή της Δια-Φύσης, η οποία σχετίζεται με μια ομοιότητα στη Φύση μεταξύ του διαγνωσιακού Αντικειμένου και του διαγνωσιακού Υποκειμένου. Η Δια-Φύση αφορά την επικράτεια του ιερού. Δεν μπορούμε να την προσεγγίσουμε εάν δεν λάβουμε υπόψη μας τις δύο άλλες πτυχές της Φύσης παράλληλα.

Η διαγνωσιακή Φύση έχει τριμερή δομή (αντικειμενική Φύση, υποκειμενική Φύση, Δια-Φύση), η οποία και την προσδιορίζει ως ζωντανή Φύση. Αυτή η Φύση είναι ζωντανή επειδή σ’ αυτήν η ζωή είναι παρούσα σε όλους τους αναβαθμούς της και η μελέτη της απαιτεί την ενσωμάτωση μιας βιωμένης εμπειρίας. Οι τρεις πτυχές της Φύσης θα πρέπει να θεωρούνται ταυτόχρονα από την άποψη της αμοιβαίας συσχέτισης και της σύνδεσής τους μέσα στα φαινόμενα της ζωντανής Φύσης [15]

Η μελέτη της ζωντανής Φύσης απαιτεί μια νέα μεθοδολογία –μια διαγνωσιακή μεθοδολογία [7]–, η οποία διαφέρει τόσο από τη μεθοδολογία της νεότερης επιστήμης όσο και από τη μεθοδολογία της αρχαίας επιστήμης του όντος. Η συνεξέλιξη ανθρώπου και σύμπαντος απαιτεί μια νέα μεθοδολογία.
Η απόπειρα επεξεργασίας μιας νέας Φιλοσοφίας της Φύσης, με ρόλο προνομιακού μεσολαβητή στον διάλογο μεταξύ όλων των περιοχών της γνώσης, αποτελεί ύψιστη προτεραιότητα της διαγνωσιακότητας.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ ΚΑΙ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ


[1]Basarab Nicolescu, Nous, la particule et le monde, Le Mail, Παρίσι, 1985.

[2]Basarab Nicolescu, Levels of Complexity and Levels of Reality, στο «The Emergence of Complexity in Mathematics, Physics, Chemistry, and Biology», Πρακτικά της Συνόδου Ολομέλειας της Ποντιφικής Ακαδημίας Επιστημών, 27-31 Οκτωβρίου 1992, Casina Pio IV, Βατικανό, εκδ. Pontificia Academia Scientiarum, Πόλη του Βατικανού, 1996 (η διανομή έγινε από το Princeton University Press), επιμ. Bernard Pullman· Basarab Nicolescu, Gödelian Aspects of Nature and Knowledge, στο «Systems - New Paradigms for the Human Sciences», Walter de Gruyter, Βερολίνο - Νέα Υόρκη, 1998, επιμ. Gabriel Altmann και Walter A. Koch· Michel Camus, Thierry Magnin, Basarab Nicolescu and Karen-Claire Voss, Levels of Representation and Levels of Reality : Towards an Ontology of Science, στο The Concept of Nature in Science and Theology (part II), Éditions Labor et Fides, Γενεύη, 1998, σσ. 94-103, επιμ. Niels H. Gregersen, Michael W.S. Parsons και Christoph Wassermann.

[3]Edmund Husserl, Méditations cartésiennes, μτφρ. Gabrielle Peiffer και Emmanuel Levinas, Vrin, Παρίσι, 1966.

[4] Werner Heisenberg, Philosophie - Le manuscrit de 1942, Seuil, Παρίσι, 1998, μτφρ. & εισαγωγή Catherine Chevalley.

[5] T.A. Brody, On Quantum Logic, in Foundation of Physics, τόμ. 14, τεύχ. 5, 1984, σσ. 409-430.

[6] Stéphane Lupasco, Le principe d'antagonisme et la logique de l'énergie, Le Rocher, Παρίσι, 1987 (2η έκδοση), πρόλογος Basarab Nicolescu· Stéphane Lupasco - L'homme et l'oeuvre, Le Rocher, Παρίσι, σειρ. «Transdisciplinarité», 1999, υπό τους Horia Badescu και Basarab Nicolescu.

[7]Basarab Nicolescu, La transdisciplinarité, manifeste, Le Rocher, Παρίσι, «Transdisciplinarité», 1996· τον όρο «διαγνωσιακότητα», ως όρο διαφορετικό από τον όρο «διεπιστημονικότητα», εισήγαγε στα 1970 ο Jean Piaget στο L'interdisciplinarité - Problèmes d'enseignement et de recherche dans les universités, OCDE, Παρίσι, 1972. Από ετυμολογική άποψη, «trans» [δια-] σημαίνει «ανάμεσα, αντίπερα, παραπέρα». Με τον όρο «διαγνωσιακότητα» εννοούμε αυτό που διασχίζει κάθε γνωστικό τομέα, αυτό που βρίσκεται στο ενδιάμεσο και ταυτοχρόνως πέρα από κάθε γνωστικό τομέα. Ως εκ τούτου, η διαγνωσιακότητα δεν συνιστά, αναμφίβολα, κάποιον νέο γνωστικό τομέα· Βλ. επίσης τη διαδικτυακή σελίδα του International Center for Transdisciplinary Research (CIRET): http://perso.club-internet.fr/nicol/ciret/ (όπου υπάρχει υλικό στα γαλλικά, αγγλικά, πορτογαλλικά και ισπανικά).

[8] Βλ., για παράδειγμα, Ernest Nagel και James R. Newman, Gödel's Proof, New York University Press, Νέα Υόρκη, 1958· Hao Wang, A Logical Journey - From Gödel to Philosophy, The MIT Press, Κέμπριτζ, Μασαχουσέτη - Λονδίνο, Αγγλία, 1996.

[9]Wolfgang Pauli, Writings on Physics and Philosophy, Springer-Verlag, Βερολίνο-Χαϊδελβέργη, Γερμανία, 1994, επιμ. Charles P. Enz και Karl von Meyenn, μτφρ. Robert Schlapp· K.V. Laurikainen, Beyond the Atom - The Philosophical Thought of Wolfgang Pauli, Springer - Verlag, Βερολίνο-Χαϊδελβέργη, Γερμανία, 1988.

[10]Bernard d'Espagnat, Le réel voilé - Analyse des concepts quantiques, Fayard, Παρίσι, 1994.

[11]John Horgan, The End of Science, Broadway Books, Νέα Υόρκη, 1997.

[12]Robert Lenoble, Histoire de l'idée de Nature, Albin Michel, Παρίσι, σειρ. «L'évolution de l'humanité», 1990.

[13] Βλ., για παράδειγμα, David Deutsch, The Fabric of Reality, Penguin Books, Λονδίνο, Αγγλία, 1997.

[14]Walter Thirring, Do the laws of Nature evolve ?, in What is life ? - The Next Fifty Years : Speculations on the Future of biology, Cambridge University Press, ΗΠΑ, 1995, επιμ. Michael P. Murphy και Luke A. O'Neil.

[15] Στην πραγματικότητα, ο όρος «ζωντανή Φύση» [Living Nature] είναι πλεοναστικός, καθώς η λέξη «Φύση» είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη «γέννα». Η ρίζα της λατινικής λέξης natura είναι το nasci και δηλώνει τόσο την πράξη του τοκετού όσο και τα γυναικεία γεννητικά όργανα.