|
||
THE BOOK LOVERS 10 Η διάχυση του ονείρου μέσα στην
πραγματικότητα |
|||||||||||||||||||||||||||||||||||||
|
Η διάχυση του ονείρου μέσα στην πραγματικότητα
GERARD DE NERVAL: «ΑΥΡΗΛΙΑ ή το όνειρο και η ζωή» Εκδόσεις ΑΓΡΑ (1989) Μετάφραση: Δημητριάδης Δημήτρης
«Στο μέτρο που ο κόσμος ξαναγίνεται
σφυρηλατήσιμος από την επιθυμία, ξεφεύγει από τις αντιλήψεις της χρησιμοθηρίας και παραδίνεται στην υποκειμενοποίηση.» Οκτάβιο Πας
«...πιστεύω πως η ανθρώπινη φαντασία
δεν έχει επινοήσει τίποτα που να μην είναι αληθινό, σ’ αυτόν τον κόσμο ή στους άλλους...» Ζεράρ ντε Νερβάλ
Οι επιστροφές, οι σιωπηρές πνευματικές μετατοπίσεις προς τα πίσω που συνοδεύονται
από κάποια εμμονή, είναι μια συνηθισμένη πρακτική για ορισμένους. Παλινδρομούμε
όχι γιατί απαραιτήτως αισθανόμαστε τα όρια δράσης μας στενά ή την ποιότητα
της καθημερινής περιπλάνησης χαμηλή, αλλά διότι με τις επιστροφές επανερχόμαστε
στα «βασικά», στις προσωπικές «αρχές». Τακτική εξαίσια αν αναλογιστεί
κανείς ότι σε αυτές τις θαυμαστές προς τα πίσω μετατοπίσεις επανευρίσκονται
οι βάσεις μας, ό,τι μάς διαμόρφωσε ή έστω ό,τι αποτέλεσε παράγοντα μιας
έντονης επιρροής. Και θεωρώ ότι αυτού του είδους οι καταβυθίσεις στο
έρμα του σκάφους μας, αφορούν τους λίγους που ακόμα αντιστέκονται -είναι
«αριστοκρατικές»-, κρατούν αναμμένο το φυτίλι της προσωπικής αντίστασης
απέναντι στον καθημερινό οχετό του μαζικού -είναι «μυητικές» στη διαδικασία
της ανυπακοής-, και τελικά κατορθώνουν να πραγματώσουν το χαμένο ιδανικό
των ημερών μας: Τη διατήρηση της ατομικότητας, της ιδιαιτερότητας.
Ένα κείμενο στο οποίο συχνά επιστρέφω, είναι η Μελαγχολία της Αναγέννησης
του Θεοδόση Πελεγρίνη, ένα βιβλίο για την «ανατομία της μελαγχολίας»,
της τρέλας δηλαδή, την εποχή της Αναγέννησης. Παρενθετικά, και στον
βαθμό που μπορώ να το παρακολουθήσω, ανοίγω και το The ship of fools του Sebastian Brant, ένα βιβλίο κι αυτό για την τρέλα που βρίσκεται
πολύ κοντά μας, μέσα μας. Και πάντα την ίδια ώρα ξαναπαίρνω τον Ιερώνυμο
Μπος και το εκρηκτικό του Πλοίο των Τρελών όπου βλέπω τον τρελό ανεβασμένο
στα ξάρτια, ακούω τις αλλόφρονες φωνές που βγαίνουν από το πλοίο και
αφήνομαι σε όλη αυτή την ονειρική υπερρεαλιστική ατμόσφαιρα
η οποία άθελά σου σε παραπέμπει στο κείμενο που «επικροτεί» την τρέλα,
την παραφροσύνη, το όνειρο: Τη Νάντια (1928) του Μπρετόν. Εκεί όπου
η περιπλανώμενη ψυχή, η Νάντια, παθολογικά/ ψυχωσικά (;) ενεργώντας,
αποδομεί την επιφανειακή έστω λογική αρμονία της καθημερινότητας, νομιμοποιώντας
στα μάτια του Μπρετόν την «τρέλα» και την αποδομητική της δραστικότητα
προς όφελος του ονείρου και της φαντασίας. Τρέλα και όνειρο, τρέλα και απελευθέρωση, ανθρώπινη συμπεριφορά και αδιάκοπη
κοινωνική εποπτεία, φαντασία και καταβύθιση στον κόσμο του υποσυνείδητου,
θαυμαστό και έκπληξη, άσυλο και φρεναπάτη (ο Κικέρων την επιθυμούσε
σαν το υπέρτατο δώρο των θεών, για να ξεχάσει μέσα της όλα τα βάσανά
του) διαπλέκονται στο παιχνίδι των λέξεων και των χρωμάτων, των κειμένων
και των πινάκων, προκαλώντας αμφιβολίες και ερωτηματικά. Στο τέλος (!)
ανοίγει την πόρτα και ο Έρασμος με το Μωρίας Εγκώμιον για να πλέξει
το εγκώμιο της τρέλας, του πιο ποθητού πράγματος στον κόσμο. Αυτής που
γεννιέται όποτε μια πλάνη του μυαλού ελευθερώσει την ψυχή από τις περιπλοκές
της. Αυτή που διαλαλεί ότι η ζωή του ανθρώπου χωρίς τις φαντασιώσεις
και τις αυταπάτες είναι άχρωμη, πεζή και άτονη, κάνοντας τον άνθρωπο
που τη βιώνει δυστυχισμένο. Και προς επίρρωσιν κατά κάποιο τρόπο του
Έρασμου, προβάλλει και ο R. D. Laing, που μπήκε στη διακεκαυμένη ζώνη, υποστηρίζοντας ότι η άρνηση της τρέλας
μας ανοίγει τη θύρα του ψεύτικου κόσμου της λογικής, ενώ αντίθετα την
ηρωική έξοδο από το ψεύδος της λογικής την επιχειρεί ο αποκαλούμενος
ψυχασθενής. (Σκουριασμένη τοποθέτηση ή όχι, το φλέγον ζήτημα οφείλει
να είναι η δημιουργία αναδρομικών εκθέσεων, η υπόμνηση του ξεχασμένου
δηλαδή και η επανεξέτασή του).
Σε έναν μικρό χώρο στάθμευσης σε αυτή τη διαδρομή των κειμένων και των
προσώπων, βρίσκεται καθισμένος ένας τέτοιος ψυχασθενής: Είναι ο παππούς
του Μπρετόν και των υπερρεαλιστών, ο Ζεράρ ντε Νερβάλ. Αυτός σήμερα
με παίρνει από το χέρι, θλιμμένος και σιωπηρός, σκοτεινός και με απλανές
βλέμμα.
«Το όνειρο είναι μια δεύτερη ζωή.
Δεν κατόρθωσα να διασχίσω αυτές τις πύλες από φίλντισι ή κέρας που μας
χωρίζουν απ’ τον αόρατο κόσμο χωρίς ν’ αναριγήσω. Οι πρώτες στιγμές
του ύπνου είναι η εικόνα του θανάτου. Μια νεφελώδης νάρκη αιχμαλωτίζει
τη σκέψη μας, και δεν μπορούμε να προσδιορίσουμε με ακρίβεια τη στιγμή
που το εγώ, υπό άλλη μορφή, συνεχίζει το έργο της ύπαρξης».
Ο Νερβάλ γεννιέται στο Παρίσι το 1808. Χάνει τη μητέρα του νωρίς (1810),
γεγονός που αποτελεί τραυματική εμπειρία για τον ίδιο, και δεν το ξεπερνά.
Γίνεται μέλος το 1832 του «μικρού ομίλου» των ρομαντικών αλλά για τον
Pierre-Jean Jouve «Μέσα
στον ρομαντισμό τον οποίο διασχίζει και στον οποίο φαίνεται ξένος, ο
Νερβάλ μοιάζει σαν όραμα. Η αυτόνομη πηγή της ύπαρξης και του έργου
του κυλάει ξέχωρα, σαν να βρισκόταν συγχρόνως μπροστά και πίσω από την
εποχή του». Από το 1834 βρίσκεται σε έναν έρωτα διαρκείας
με την ηθοποιό Jenny
Colon, η οποία παντρεύεται στα 1838. Τρία χρόνια αργότερα
παθαίνει την πρώτη κρίση τρέλας, κατόπιν δεύτερη και μεταφέρεται σε
κλινική όπου μένει για οκτώ περίπου μήνες. Το 1842 πεθαίνει η Jenny Colon. Παθαίνει άλλη μια νευρική κρίση το 1849 και νοσηλεύεται. Άλλη μια το
1851 συνοδευόμενη και αυτή από εγκλεισμό, όπως και η επόμενη τον ερχόμενο
χρόνο. Νέα κρίση το 1853, νοσηλεία, άλλη μια σοβαρότερη το 1854, ώσπου
το 1855 περιπλανώμενος στους δρόμους του Παρισιού, σωματικά και ηθικά
εξαθλιωμένος, βρίσκεται απαγχονισμένος. Αρκετά χρόνια μετά τον ανακαλύπτει
ο Μπρετόν και τον εντάσσει στους προδρόμους του υπερρεαλισμού, όχι άδικα.
Άλλωστε ο ίδιος ο Νερβάλ μαζί και με μερικούς ακόμα ρομαντικούς, κουβαλούσε
στις αποσκευές του το αλλόκοτο, το παράξενο και το απροσδόκητο, δηλαδή
τα εργαλεία για να καλυφθεί σε όλο το φάσμα της η αποκαλούμενη πραγματικότητα.
«Το δωμάτιό μου βρίσκεται στην
άλλη άκρη ενός διαδρόμου όπου μένουν από τη μία πλευρά του οι τρελοί
κι από την άλλη το υπηρετικό προσωπικό του ασύλου».
Την περίοδο των εγκλεισμών του στα άσυλα, ο Νερβάλ αρχίζει μια μεγάλη
διερευνητική περιπλάνηση στον ιδιωτικό χώρο των οραμάτων και των ονείρων
του, την εμπειρία από τα οποία αρχίζει να καταγράφει. Το αποτέλεσμα
είναι η Αυρηλία (μια σύνθεση όλων των γυναικών που αγάπησε), ένα κείμενο
που για τους υπερρεαλιστές συγκαταλέγει τον δημιουργό του στους βασικούς
προδρόμους των θεωριών τους. Ο Μπρετόν στο Πρώτο Μανιφέστο του Σουρεαλισμού
(1924) θα πει: «Ακόμη πιο σωστά, αναμφίβολα, θα μπορούσαμε
να καταπιαστούμε με τη λέξη ΥΠΕΡΝΑΤΟΥΡΑΛΙΣΜΟΣ, που χρησιμοποιείται από
τον Ζεράρ ντε Νερβάλ... Μοιάζει, πράγματι, ότι ο Νερβάλ κατείχε σε θαυμαστό
σημείο το πνεύμα το οποίο κηρύσσουμε, ενώ ο Απολλιναίρ δεν είχε αντίθετα,
παρά το γράμμα, ατελές ακόμη, του σουρεαλισμού έχοντας δειχθεί αδύναμος
να δώσει ένα θεωρητικό διάγραμμα που να μας συνέχει. Να δύο φράσεις
του Νερβάλ που μου φαίνονται, προς αυτή την κατεύθυνση, πολύ χαρακτηριστικές:
“...Και αφού είχατε την απρονοησία να αναφέρετε ένα από τα σονέτα που
συνέθεσα σ’ αυτή την κατάσταση ΥΠΕΡΝΑΤΟΥΡΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ονειροπόλησης, όπως
θα έλεγαν οι Γερμανοί, πρέπει να τα ακούσετε όλα. Θα τα βρείτε στο τέλος
του τόμου. Δεν είναι πιο σκοτεινά από τη μεταφυσική του Hegel ή τα
Απομνημονεύματα του Swedenborg, και
θα έχαναν από τη γοητεία τους αν ερμηνευόντουσαν, αν το πράγμα ήταν
δυνατό, παραχωρείστε μου τουλάχιστον την τιμή της έκφρασης...”».
Η Αυρηλία, γραμμένη στο μεγαλειώδες α’ πρόσωπο, είναι ένα ημερολόγιο όπου
αποτυπώνονται τα όνειρα και τα οράματα του συγγραφέα την περίοδο της
φιλοξενίας του στα άσυλα: «Εδώ
άρχισε για μένα αυτό που θα ονομάσω διάχυση του ονείρου μέσα στην πραγματική
ζωή... αυτή η vita nuova...». Είναι η εικονογράφηση της άλλης πλευράς της
ζωής του, εκείνης που η λογική αφήνει ανεπηρέαστο το υποσυνείδητο να
εξωτερικευτεί. Για τον Νερβάλ, από ένα σημείο και μετά, ο βίος του χωρίστηκε
στην εντός και στην εκτός των ασύλων διαβίωση. Και ο χρόνος στα άσυλα
με τη σειρά του μοιράστηκε στα δύο: Σε αυτόν του ποιητικού παραληρήματος
και του ονείρου και σε αυτόν όπου καταγράφεται το υλικό αυτών των καταστάσεων
εν είδη εκτόνωσης και επομένως ψυχοθεραπείας με προτροπή του ψυχιάτρου
που τον παρακολουθούσε: «Αναλαμβάνω να γράψω και να εξακριβώσω όλες
τις εντυπώσεις που μου έχει αφήσει η ασθένεια...». Το πρωτότυπο
και μαγικό στην Αυρηλία είναι το γεγονός ότι μεταφράζει, διασκευάζει
μια εμπειρία, από τη φύση της μοναδική. Ταυτόχρονα η τόσο έντονη προσωπική
εμπειρία δεν μένει εκεί αλλά διασταυρώνεται και με τους αποκρυφιστικούς
επηρεασμούς του Νερβάλ, δημιουργώντας ένα μυστηριακό κείμενο που αποπνέει
έντονα τη ρευστότητα του ονείρου.
Το κείμενο της Αυρηλίας είναι αυτοφλεγόμενο καθώς καταγράφει μια οδυνηρά
βιωμένη εμπειρία καθόδου στα βάθη της τρέλας. «Δεν είμαστε ποιήματα για απαγγελία και πώληση αλλά για αυτοπυρπόληση»
που λέει και ο Λεοντάρης. Όταν ο Νερβάλ βρίσκεται σε κατάσταση «διαυγούς
τρέλας», τότε τα όνειρα βρίσκουν τον δρόμο προς την εκτενή αφήγηση,
έχοντας βέβαια υποστεί επεξεργασία, αυτή την επεξεργασία στην οποία
μπορεί να υποβάλει κάποιος τα γραπτά του σε κατάσταση, όπως έλεγα, «διαυγούς
τρέλας». Αποκρυφιστικοί επηρεασμοί, παραληρηματικές καταγραφές και ψυχικός
μετεωρισμός, κάνουν ιδιαίτερα δύσκολη την ερμηνεία του έργου αλλά εγγράφουν
το ενδιαφέρον του ποιητικού αυτού κειμένου στην κλίμακα του συγκλονιστικού.
Η καταγραφή των ονείρων και η ανάκτηση στο έργο του χρόνου των αναμνήσεων
του συγγραφέα, παραμένουν αυθεντικές και ανεπανάληπτες εμπειρίες. Πρόκειται
για ένα κείμενο αναντίρρητα αλχημικό, με την έννοια ότι οι χαμένες γυναικείες
μορφές που επιστρέφουν μέσω των ονείρων -αναμνήσεις από μια ζωή τόσο
μακρινή αλλά γυναικεία φαντάσματα όλο και πιο κοντινά-, οδηγούν τον
αναγνώστη στην είσοδο στις απομακρυσμένες περιοχές του υποσυνείδητου.
Και είναι ακριβώς αυτή η καθαρή εμπειρία της φαντασίας στο κατώφλι της
τρέλας η οποία προηγείται των αναζητήσεων των υπερρεαλιστών.
Ο Νερβάλ ποθεί να γράψει και ο «υγιής» συγγραφέας ανασυνθέτει το παρελθόν
και τα οράματα του άρρωστου εγώ που έζησε την τρέλα: «Η φαντασία μού παρείχε άπειρες απολαύσεις. Τώρα που ξαναβρήκα αυτό που
οι άνθρωποι ονομάζουν λογική, μήπως θα πρέπει να λυπάμαι που τις έχω
χάσει;...». Για τον ίδιο η τρέλα είναι μια αποκάλυψη και όχι μια
ασθένεια: «Δεν ξέρω για ποιο λόγο χρησιμοποιώ αυτόν τον
όρο ασθένεια αφού ποτέ, σε ό,τι αφορά εμένα τον ίδιο, δεν είχα νιώσει
πιο υγιής». Η τρέλα είναι πέρασμα σε μια ανώτερη μύηση, σε μια δεύτερη
ζωή, δεν είναι τρέλα αλλά όνειρο, δεύτερη όραση. Πάντως τα όνειρα στην
Αυρηλία έχουν στοιχεία πολύ συγγενικά με τις παραισθήσεις της σχιζοφρένειας,
και αφού ο Νερβάλ δεν προσβαλλόταν από τη σχιζοφρένεια διαρκώς αλλά
κατά περιόδους, μπόρεσε να συνθέσει το έργο του, να ανασυνθέσει τις
παραισθήσεις του ασθενούς. Αυτή η ανασύνθεση δημιουργεί ένα σύμπαν απεραντοσύνης:
Έναν ευρύ, ιλιγγιώδη χώρο εν μέρει τρομακτικό αλλά καθόλου κλειστοφοβικό
με διαδρόμους, αίθουσες και λαβυρίνθους, όπου όλα τα ονειρικά γεγονότα
έχουν ένα νόημα σε σχέση άμεση με την ιστορία του συγγραφέα, γεγονός
κι αυτό που με τη σειρά του εγγράφεται στα συμπτώματα της σχιζοφρένειας.
Και αυτή η τοπιογραφία του παραληρήματος, των παραισθήσεων και των ονείρων
ντύνεται σε όλη τη διαδρομή της αφήγησης με την ανάλογη μυστικιστική
και ρευστή γραφή που υποβάλλει και επιβάλλει τη δική της αλήθεια:
Για τον Μπρετόν «...στον τομέα της
λογοτεχνίας, μόνο το θαυμαστό είναι ικανό να γονιμοποιήσει έργα που
ξεκινούν από ένα είδος παρακατιανό όπως το μυθιστόρημα και γενικότερα
οτιδήποτε συμμετέχει στο ανέκδοτο...». Επομένως η ονειρική και απόκοσμη
-όχι γοτθική- ατμόσφαιρα των «υπερνατουραλιστικών» έργων του Νερβάλ,
αφού εντοπίστηκε από τους υπερρεαλιστές, κατόπιν γονιμοποίησε τη θεωρία
τους για το όνειρο και τη σχέση του με το μείζον ζήτημα της υπερρεαλιστικής
ποιητικής, την τεχνική της αυτόματης γραφής. Και πάλι σύμφωνα με τον
Μπρετόν, τα όνειρα παρέχουν τη δυνατότητα στον καλλιτέχνη να συλλάβει
νέους τρόπους και μεθόδους σύνθεσης, καθώς οι παράξενες δυνάμεις οι
κρυμμένες στα βάθη του πνεύματός μας έχουν την ικανότητα ή να αυξήσουν
τις αντίστοιχες δυνάμεις της επιφάνειας ή να αγωνιστούν εναντίον τους.
Για τον ίδιο εν ολίγοις, όνειρο
και πραγματικότητα μπορούν να αναχθούν, να συγχωνευτούν σε ένα είδος
πραγματικότητας.
Με τον «ρομαντικό» Νερβάλ και την Αυρηλία, πρώιμα η φαντασία απελευθερώνεται,
το όνειρο θριαμβεύει, οι λαβύρινθοι του υποσυνείδητου αρχίζουν να γίνονται
διαβατοί, το θαυμαστό παίρνει την εκδίκησή του. Στο τέλος της Αυρηλίας
θριαμβεύει η πεποίθηση στην αθανασία και η κατοπινή υπερρεαλιστική αισιοδοξία
βρίσκει και σε αυτό το επίπεδο έναν πρόδρομο. Βέβαια, μια διαφορά υπάρχει
μεταξύ του Νερβάλ και των υπερρεαλιστών: Για τον Νερβάλ, τον «καταραμένο
ερευνητή και νυχτερινό ανιχνευτή», το υπερπραγματικό τοποθετείται
σε έναν άλλο κόσμο που προσεγγίζεται με το όνειρο, ενώ για τους υπερρεαλιστές
το υπερπραγματικό μεταφέρεται στον δικό μας κόσμο για να τον αλλάξει,
να του δώσει την ελευθερία και τη διαφάνεια που διδάσκει η ποίηση. Για
τον Μπρετόν το υπερπραγματικό δεν είναι μια υπερβατική, αλλά μια έμφυτη
πραγματικότητα. Αυτό άλλωστε διακρίνεται και στη Νάντια, την εγγονή
του Νερβάλ, όπου «...ό,τι είναι αξιοθαύμαστο μέσα στο φανταστικό,
είναι ότι δεν υπάρχει πια φανταστικό: Δεν υπάρχει παρά το πραγματικό...».
Με τον τρόπο αυτό ο Μπρετόν συμβάλλει στη «λύση» της αγωνίας του ανθρώπου
απέναντι στα κυμαινόμενα σύνορα της πραγματικότητας και του ονείρου
όπως, απ’ ό,τι θυμάμαι, τη βλέπουμε στον Καλντερόν ντε λα Μπάρκα και
στο Η ζωή είναι όνειρο.
«Τίποτα δεν είναι αδιάφορο, τίποτα
δεν είναι ανίσχυρο μέσα στο σύμπαν. Ένα άτομο μπορεί να καταλύσει τα
πάντα, ένα άτομο μπορεί να σώσει τα πάντα!»
«Το Όνειρον, μήπως τυχόν δεν είναι
παρά η Πραγματικότης εν εμβρύω;...» Μιχαήλ Μητσάκης
Δημήτρης Σ. Γιαννακόπουλος «Ο ειδικός της γενικότητας»
|
||||||||||||||||||||||||||||||||||||
| photo by Henry-Cartier Bresson | |||||||||||||||||||||||||||||||||||||