|
|
|||
Κείμενα με σπασμένη ενότητα Παν. Δρακόπουλος Εκδοτικός οίκος Κυρομάνος
Το βιβλίο αυτό ήρθε, απρόσμενα, πριν μερικούς μηνες στα χέρια μου. Δώρο ενός υπέροχου ανθρώπου. Δεκαέξι κείμενα που με καθήλωσαν από την πρώτη στιγμή, αυτή τής μοναδικής συνάντησης τού Λούντβιχ Βιντγκενστάιν με τον Φρήντριχ φον Χάγιεκ, έως την τελευταία, μιάς ομιλίας τού συγγραφέα στο ΄Ιδρυμα Γουλανδρή-Χορν με θέμα «Ποιός και γιατί ελληνισμός;». Κείμενα ποιητικά, κείμενα έλλογα, κείμενα στιβαρά και όμως τόσο ανοιχτά, που σε ξαφνιάζουν με τη βαθύτητα με την οποία σε μεταφέρουν «από το ξυράφι τού Όκκαμ στη γκιλοτίνα τού Ροβεσπιέρου», με την οξυδερκή αγάπη με την οποία μιλούν για εκείνον τον ιλλιγιώδη δημιουργό που κραυγάζει στη μοντέρνα αναισθησία «με κλείδωσαν, χωρίς ελπίδα να μιλήσω», με την ευρυμάθεια (αλλά ποτέ? σοβαρομάθεια) με την οποία ανατέμνουν το μύθο τού Προμηθέα και τής τεχνολογίας, με την αγωνία τους για το κατ' αλήθεια ζειν. Θα είχα πολλά να πω για τα ζητήματα, που θίγει τόσο ουσιαστικά εδώ ο κ. Δρακόπουλος, ζητήματα μέγιστα μα τόσο λησμονημένα από το θόρυβο τών αυτονόητων τής νεωτερικότητας και τού εκσυγχρονιστικού μύθου τής ατέρμονης (μα πόσο τυφλής) «ανάπτυξης». Δεν θα μπορούσα όμως, σ' αυτήν εδώ την παρουσίαση, να γράψω τίποτε καλύτερο, τίποτε ουσιαστικότερο, τίποτε πιο χειροπιαστό γι' αυτό το βιβλίο από εκείνο που ο ίδιος ο συγγραφέας παραθέτει στο οπισθόφυλλό του: Ο Δάντης πιεζόταν πολύ. Ήθελε να βγάλει από τη μέση τα λατινικά και ν' ανοίξει το δρόμο τής γλώσσας του, τής σημερινής ιταλικής. Μα τού αντιστέκονταν με πάθος όσοι θέλουν να κρατήσουν στη θέση της την παλιά, την ιερή γλώσσα τών προγόνων τους. Για να διαλύσει τούτο το πλήθος, ο Δάντης χρειάστηκε να προσπέσει στα πόδια τού Αδάμ. Πήγε και τον βρήκε στον Παράδεισο, κι όλο σέβας τον ρώτησε για τη γλώσσα του, που αυτή δα θα 'ταν η αυθεντική προγόνου γλώσσα. Κι εκείνος, τού 'πε να μη δίνει σημασία σ' αυτά, πως δεν υπάρχει γλώσσα ιερή, γιατί κι οι γλώσσες στ' ανθρώπινα ανήκουν, και τ' ανθρώπινα δεν έχουν τίποτε αιώνιο κι αμετάβλητο (Αυτά, στο 26ο άσμα τού Παραδείσου). Θα 'θελα κι εγώ να συναντήσω τον Αδάμ. Όχι να τον ρωτήσω κάτι, μα μόνο να τον βλέπω και να θαυμάζω το μόνο πλασμα χωρίς προγόνους, χωρίς τον αφαλό τής μήτρας-ιστορίας. Θα 'θελα να 'βλεπα αυτόν που δέχθηκε μόνο πρώτες εντυπώσεις, που 'χε τη μνήμη του λευκή κι αισθησιακά παραδομένη σ' έναν έρωτα με το χωρίς προκατάληψη. Να 'βλεπα, να 'βλεπα μόνον, αυτόν που κανείς δεν τού 'πε τι είν 'αυτό, αυτόν που αναγκάστηκε να ονομάσει μόνος του τα πράγματα - να 'βλεπα την απόλυτη αθωότητα, μέσα στο βλέμμα του. Και ναΧ τούτο το μόλις πρωινό, μπροστά στις όχθες μιάς λίμνης ασυλλόγιστα αφημένης στη χάλκινη διάθεση τού ήλιου, ένιωσα στο σβέρκο μου την πανάρχαια φωνή, καυτή, να λέει: Πέταξα αμέσως τα κείμενά μου κάτω κι αμέσως με τύλιξε ένα σκοτεινό φως.
|
BOOKS' ARCHIVES
|