|
||
|
|
||
Σκύβαλα
«L’ homme est un passion inutile” «Τώρα με τον ουρανίσκο μου, τον λάρυγγά μου, την κοιλότητα του στόματός μου Αυτό το απόσπασμα από το 4ο διήγημα, το ‘Σκύβαλα’, στην ομώνυμη συλλογή της Τζέννυ Έρπενμπεκ είναι για μένα ένα κλειδί για την ιδιοσυγκρασιακή γραφή της βραβευμένης Ανατολικογερμανίδας και για την παθιασμένη αυτοκυριαρχία που αυτή η γραφή υπηρετεί. Το απόσπασμα περιγράφει, βέβαια, μια μέθοδο υποκριτικής με την οποία η Τ.Ε. σαν θεατρική συγγραφέας και σκηνοθέτις θα είναι εύλογα εξοικειωμένη. Επιπλέον, όμως εικονοποιεί εμβληματικά εκείνη τη σκληρή απόσταση και σωτήρια εγγύτητα μαζί για την οποία έχει επαινεθεί η Έρπενμπεκ. (Και όχι μόνο στα Σκύβαλα. Αντίστοιχες μνείες είχαν γίνει και για το πρωτόλειό της, Το Γερασμένο Παιδί.) Ο ‘εαυτός’ στον οποίο η Έρπενμπεκ ‘δανείζει’ τη φωνή της στα διηγήματα (με άλλες άλλοτε περσόνες) αποπνέει σταθερά την αίσθηση μιας απαραίτητης αυθαιρεσίας την οποία η συγγραφέας δομεί και κατευθύνει με δεξιοτεχνία βιρτουόζου. Όπως ο ηθοποιός ντύνει με τις ‘ιδιότητές’ του σ’ έναν ρόλο χωρίς να χάνει τον δικό του άξονα, έτσι και η συγγραφέας υψώνει τον εκθέτη της υποκειμενικότητας στον δεύτερο βαθμό, τηρώντας μια ψυχρόαιμη απόσταση (αναπνοής) από τις παραστάσεις της. Εκείνο από το οποίο θέλγεται, είναι οι περιπέτειες της ατομικότητας έξω από τις κυρίαρχες συμβάσεις μέσα απ’ τις οποίες ταυτοποιούνται οι ανθρώπινες συνδιαλλαγές. Δεν είναι τυχαίο ότι η θεματολογία της αφορά την πιο προσωπική ανυπαρξία, τον προοδευτικό εκφυλισμό που επιβάλλει ο χρόνος, την απουσία σημαντικών μαρτύρων σε μια ζωή. Οι ‘ήρωές’ της ζουν και αρθρώνουν τον λόγο τους σαν, πραγματικά, η ζωή τους να τούς συμβαίνει για πρώτη φορά και σαν η κοινωνία, όποια κι αν είναι αυτή, να μην τους αφορά προσωπικά. Πρόκειται για παραστάσεις σμιλεμένες με τέτοιο αιχμηρό άγος που θα ήταν μονόδρομος προς τη συντριβή αν δεν τις έσωζε η παντελής έλλειψη αυτού που λέμε ‘συναισθηματισμού’ και , ειδικότερα, θα έλεγα, αυτό-οίκτου. Παρά λοιπόν τη ευρηματικά ανέλπιδη θεματολογία του, που, επιπλέον, συχνά φλερτάρει με το γκροτέσκο και την παραβατικότητα, μέσα στο μισοσκόταδο της Έρπενμπεκ, απαλλαγμένο από κάθε ανάταση και κάθε πιθανότητα μέθεξης, λύτρωσης ή ολοκλήρωσης, συντελείται, παρόλα αυτά, η διαυγέστερη παραστατικότητα. Αν ο εαυτός δεν είναι παρά ένα σύνολο ταυτίσεων σαν ‘παλιατζίδικο γεμάτο μεταχειρισμένες καμπαρντίνες’, αν η φθορά και η μοναξιά είναι οι ακρογωνιαίες μας αλήθειες, η Έρπενμπεκ, καταφέρνει, μέσα από την εξαντλητική κυριαρχία της στα εκφραστικά της μέσα, να αντλήσει από αυτά τα δεδομένα, την πιο άγρια ομορφιά. Έχει ειπωθεί για την Τ.Ε. ότι είναι, αναπόφευκτα, μέτοχος στην ενοχικότητα που καταλογίζεται στη μεταπολεμική Γερμανία σαν εθνικό χαρακτηριστικό (όπως και η ανάγκη αυτού του λαού να αριστεύσει και η σημασία που έχουν οι κανόνες.) Ας σημειωθεί τότε, και η επιτυχημένη μετουσίωση αυτών των καταναγκασμών στην αίσθηση της τελετουργικότητας που είναι πανταχού παρούσα στα Σκύβαλα. Βρίσκω, τέλος, απερίγραπτα ικανοποιητικό τον τρόπο με τον οποίο δομεί τη γραφή της με επάλληλα μπλοκ κειμένου που το κάθε ένα λειτουργεί σαν αυτοτελής πράξη που οπτικοποιεί την ανέλιξη μιας ψυχικής κατάστασης. Για να το πούμε με δυο λόγια: η Έρπενμπεκ Γράφει. |
ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ HAPPYFEW
|