|
||
|
|
||
BUCCANEER'S GAMBIT 1 |
|
Τraditio Ιnventrix |
|
1Τraditio Ιnventrix 2Ένα σύντομο διήγημα
|
1. Υπάρχει κάτι το παράδοξο και το αντιφατικό στο βασίλειο της παράδοσης. Ένας τρόπος για να αντιμετωπιστεί αυτό το ενοχλητικό αίσθημα θα ήταν να διαμορφωθεί ένας προκαταρκτικός και λεπτομερής ορισμός της έννοιας της παράδοσης, να εντοπιστούν οι περιπτώσεις όπου ο όρος χρησιμοποιείται καταχρηστικά, να επιχειρηθεί μια πολυεπίπεδη ταξινόμηση των παραδόσεων (π.χ. λόγιες/λαϊκές, κλπ.) με το ίδιο περίπου συστηματικό πνεύμα που έδειξε ο Καγιουά όταν μελετούσε τα παιγνίδια. Η μέθοδος αυτή έχει, ωστόσο, τα μειονεκτήματά της: τείνει να παγιώνει τις απαντήσεις και κλείνει πόρτες, εκεί που όλα μας λένε ότι θα έπρεπε να αναζητήσουμε έναν όσο το δυνατόν πλατύτερο ορίζοντα. Αρχίζω λοιπόν να γράφω αντιμετωπίζοντας την παράδοση μέσα στη συνηθισμένη ασάφεια του όρου. Η ώρα των ακριβέστερων κατατάξεων θα έρθει αργότερα, ή μπορεί και να μην έρθει καθόλου. 2. Μερικοί ιστορικοί και κοινωνιολόγοι προχώρησαν ένα βήμα παραπέρα, αποκαλύπτοντας πίσω από την αναβίωση την εξαρχής κατασκευή των παραδόσεων, την περίφημη «επινόηση των παραδόσεων». Τεκμηριώθηκε ότι μια σειρά από θεωρούμενες αιωνόβιες και αξιοσέβαστες παραδόσεις, ειδικά μέσα στο βρετανικό πλαίσιο, δεν είναι παρά σχετικά πρόσφατες, ή και πολύ πρόσφατες, επινοήσεις. Το γεγονός ότι η θεωρία αυτή εμφανίστηκε στην κατεξοχήν παραδοσιοκρατική χώρα της Ευρώπης είναι ίσως λιγότερο παράδοξο απ’ όσο φαίνεται στην πρώτη ματιά. Οι επινοήσεις αυτές (άλλοι μιλούν για «νεοπαραδόσεις», αφού τα κατασκευάσματα αυτά, ανεξάρτητα με την καταγωγή τους, μπορούν να λειτουργούν στο εξής σαν αυθεντικές παραδόσεις - πιστεύω ότι αυτό είναι πιθανό μόνο σε ορισμένες περιστάσεις) δεν είναι απαραίτητο να πραγματοποιούνται κάτω από την αιγίδα του κράτους, μολονότι αυτή είναι η πιο ηχηρή περίπτωση: παραδόσεις επινοούνται για να ενισχυθεί το κύρος της εξουσίας, της μοναρχίας ή κάποιας ελίτ. Και άλλες ομάδες, ωστόσο, ακόμα και οι υποδεέστερες (π.χ. η εργατική τάξη), στάθηκαν ικανές να επινοήσουν τις δικές τους παραδόσεις και να τις χρησιμοποιήσουν για τους δικούς τους σκοπούς. Στην ηπειρωτική Ευρώπη, οι κάτω από κρατική κηδεμονία επινοήσεις παραδόσεων είχαν να κάνουν συνήθως με τον εθνικισμό. Σύμφωνα με μια γνωστή ρήση «Τώρα που φτιάξαμε την Ιταλία, πρέπει να φτιάξουμε και Ιταλούς». Σε αναλογία, όποτε οικοδομήθηκε ένα έθνος-κράτος χρειάστηκε να ανακαλύψει τις εθνικές του παραδόσεις, δηλ. να τις δημιουργήσει παρουσιάζοντάς τες όσο αρχαιότερες μπορούσε, ή μάλλον όσο αρχαιότερες τις ήθελε η γενικότερη εθνική μυθολογία. 3. Στο σημείο αυτό, αν οι προηγούμενες θεωρήσεις είναι εύλογες, διαγράφεται ο κίνδυνος μιας απλουστευτικής ισοπέδωσης: να θεωρηθεί δηλ. η λέξη παράδοση περίπου συνώνυμο της εξαπάτησης και να πιστέψουμε ότι όλες οι αυθεντικές παραδόσεις έχουν από καιρό εξαφανιστεί από προσώπου γης. Για να προφυλαχτούμε από αυτή τη γενίκευση, καλό θα ήταν να διευρύνουμε το πεδίο της παρατήρησης. 4. Επιστρέφοντας τώρα στον ορισμό της παράδοσης, παρατηρούμε ότι υπάρχει κάτι το απατηλό στην ιδέα της απλής μεταβίβασης ή της πιστής αναπαραγωγής από γενιά σε γενιά. Η ίδια η αρχική σημασία της λέξης, παράδοση, δόσιμο (και το ίδιο συμβαίνει σε άλλες γλώσσες, από το λατινικό traditio ως το εβραϊκό qabbalah), μας μπερδεύει, υποβάλλοντας την ιδέα μιας απλής και άμεσης πράξης, όπως όταν δίνω ένα μήλο σε κάποιον άλλο, κι αυτός σε κάποιον άλλο, και το μήλο παραμένει απαράλλαχτο και ανεπηρέαστο από την πράξη αυτή. Πέρα από το γεγονός ότι το μεγαλύτερο σώμα της παράδοσης δεν έχει την ίδια υλική υπόσταση μ’ ένα μήλο, ακόμα και η απλή μεταβίβαση ενός υλικού αντικειμένου από γενιά σε γενιά, π.χ. ενός σεβάσμιου ειδωλίου ή δαχτυλιδιού που ας το θεωρήσουμε άφθαρτο, εμπεριέχει την αλλαγή αφού αλλάζει ιστορικά το νόημα του αντικειμένου και το πλαίσιο της όποιας χρήσης του. 5. Είπα ότι μας μπερδεύει η λέξη, ίσως, αλλά η μεγαλύτερη σύγχυση δεν πηγάζει από κει. Αυτό που κυρίως μας μπερδεύει είναι η έμφαση που «φυσιολογικά» θέτει η ίδια η παράδοση στο στοιχείο της συνέχειας. Η παράδοση αλλάζει, άλλοτε ανεπαίσθητα κι άλλοτε λιγότερο ανεπαίσθητα, η ίδια η παράδοση όμως (δηλ. οι άνθρωποι που την ενσαρκώνουν) υποστηρίζει ότι όλα γίνονται όπως παλιά. Πληροφορητές που έχουν πέσει σε αντιφάσεις (δηλ. υποστηρίζουν ότι όλα γίνονται όπως πάντα ενώ ταυτόχρονα φανερώνουν οι ίδιοι στις περιγραφές τους τα στοιχεία της αλλαγής), όταν κάποιος τούς επισημάνει τις αντιφάσεις αυτές, σαστίζουν ειλικρινά. Η παράδοση εμπεριέχει τόσο τη συνέχεια όσο και την καινοτομία, αλλά το στοιχείο της καινοτομίας δεν έχει συνείδηση του εαυτού του αυτό, ναι, μοιάζει να είναι έμφυτο γνώρισμα της παράδοσης: όχι η ακινησία, αλλά η ιδέα της ακινησίας. Κατά κάποιο τρόπο, η παράδοση είναι το αντίστροφο της μόδας, όπου χιλιομασημένα μοτίβα επανέρχονται κυκλικά, υποστηρίζοντας όμως ότι είναι καινοφανή, επίκαιρα, μοντέρνα. 6. Από μερικές απόψεις, ο τραντισιοναλισμός αποτελεί τον μεγαλύτερο κίνδυνο για τη ζωτικότητα των παραδόσεων γιατί εδώ η ιδέα της ακινησίας γίνεται ιδεολογία της ακινησίας. Οι παραδόσεις παγιώνονται, στερεοποιούνται, μέσα από την αυστηρή καταγραφή τους σε βιβλία, αρχεία, φιλμ, κλπ. και αναπαράγονται πιστά με τεχνητό τρόπο, με αποτέλεσμα να καταλήγουν σε τουριστικό φολκλόρ, κάτι το φανταχτερό και το παρδαλό, εντελώς ξεκομμένο από τη ζωή της κοινότητας της οποίας αποτελούν, υποτίθεται, το συνδετικό ιστό - κάτι σαν τους εθνικούς χορούς με εθνικές ενδυμασίες. Στον καθημερινό λόγο, η έκφραση «οι παραδόσεις μας» αναφέρεται πολύ συχνά, δυστυχώς, σ’ αυτά τα ζόμπι παραδόσεων, που σηματοδοτούν μια πραγματική ρήξη με αυτό που θα θεωρούσαμε αυθεντική παράδοση. 7. Μπορούμε ίσως να αναγνωρίσουμε ένα πρότυπο γι’ αυτό το παιγνίδι ανάμεσα σε συνέχεια και ασυνέχεια που ξετυλίγεται γύρω από την παράδοση αν στρέψουμε το βλέμμα στις περιπέτειες της γλώσσας. Η γλώσσα θεωρήθηκε πάντα ένας κατεξοχήν φορέας της παράδοσης και η γλώσσα, επίσης, αλλάζει διαρκώς παραμένοντας, σ’ ένα άλλο επίπεδο, ίδια. Κι εδώ, σε ιστορική προοπτική, παρουσιάζεται η ίδια απατηλή, αντεστραμμένη εικόνα: η πραγματική συνέχεια της γλώσσας, καθότι ενσωματώνει τα χνάρια της ιστορίας, θεωρείται συχνά κατάπτωση, διαφθορά ή εκχυδαϊσμός, με μια λέξη αλλοίωση, δηλ. αλλαγή αρνητικά προσημασμένη, ενώ οι ποικίλοι λογιοτατισμοί, που αποτελούν αιφνίδιες ρήξεις αυτής της συνέχειας και απορυθμίζουν ή ακόμα απειλούν πραγματικά τη γλώσσα, θεωρούνται προστασία της γλώσσας, αγάπη για τη γλώσσα, ή επιστροφή σε κάποια μυθική καθαρή μορφή της.
|