[2]POETRY BOX[1][3]
 

 

«ΣΑΣ ΓΡΑΦΩ ΑΠΟ ΕΝΑΝ ΤΟΠΟ ΜΑΚΡΙΝΟ»
                                                          I

 

Εδώ έχουμε γράφει, έναν ήλιο μόνο κάθε μήνα, και για λίγο. Τρίβουμε τα μάτια μας μέρες πρωτύτερα. Μάταια όμως. Καιρός αδυσώπητος. Ο ήλιος δεν έρχεται παρά στην ώρα του.
Έπειτα έχουμε έναν κόσμο πράγματα να κάνουμε, όσο βαστάει το φως, έτσι που μόλις προφταίνουμε να κοιταχτούμε λίγο.
Εκείνο που είναι δύσκολο για μας τη νύχτα, είναι όταν πρέπει να δουλέψεις, και πρέπει: γεννιούνται ακατάπαυστα νάνοι.

 

                                                          II

Σαν περπατάς στην εξοχή, του εμπιστεύεται ακόμη, τυχαίνει και συναντάς στο δρόμο μεγάλους όγκους. Είναι τα βουνά και πρέπει αργά ή γρήγορα ν’ αρχίσεις να λυγίζεις τα γόνατα. Κόπος χαμένος η αντίσταση, δε θα μπορούσες να προχωρήσεις, κι αν αποφάσιζες ακόμη να πονέσεις. Ψυχή. Και δεν το λέω αυτό για να πληγώσω κανέναν. Αν αληθινά ήθελα να πληγώσω θα μπορούσα να πω άλλα πράγματα.

                                                           III

Εδώ η αυγή είναι γκρίζα, του λέει ακόμη. Δεν ήταν πάντα έτσι. Δεν ξέρουμε ποιόν να κατηγορήσουμε.
Τη νύχτα τα ζώα βάζουν κάτι μεγάλα μουγκαλίσματα μακρόσυρτα και γλυκερά στο τέλος. Τα συμπονάς μα τι να γίνει;
Η ευωδιά του ευκαλύπτου μας τριγυρίζει: ευεργέτημα, αταραξία, μα δεν μπορεί να προφυλάξει από το κάθε τι, ή μήπως νομίζετε πως πραγματικά μπορεί να προφυλάξει από το καθετί;

                                                IV

Ακόμη μια λέξη ή καλύτερα ένα ερώτημα:
Το νερό τρέχει και στον τόπο σας; (δε θυμούμαι να μου το’ χετε πει) και σας φέρνει ανατριχίλες, όπως και σ’ εμάς, αν είναι αλήθεια νερό;
Τ’ αγαπώ; Δεν ξέρω. Αισθάνομαι τόσο μόνη εκεί μέσα όταν είναι κρύο. Είναι ολωσδιόλου άλλο πράγμα όταν είναι ζεστό. Λοιπόν; Πως να κρίνει κανείς; Πως το κρίνετε σεις, πέστε μου, όταν μιλάτε γι’ αυτό χωρίς περιστροφές, ανοίγοντας την καρδιά σας;

                                                             

 

 

                                                             V

Σας γράφω από την άκρη του κόσμου. Πρέπει να το ξέρετε. Συχνά τα δέντρα τρέμουν. Μαζεύουμε τα φύλλα. Έχουν ένα αφάνταστο πλήθος νεύρα. Αλλά τι μ’ αυτό; Τίποτε πια δεν υπάρχει ανάμεσα στα φύλλα και στο δέντρο, και σκορπιζόμαστε στεναχωρεμένες.
Άραγε δε θα μπορούσε να εξακολουθήσει η ζωή επί-γης χωρίς αγέρα; Ή μήπως όλα πρέπει να τρέμουν, ολοένα, ολοένα.
Υπάρχουν ακόμη υπόγειοι κλονισμοί, και, μέσα στο σπίτι θα ‘λεγες θυμοί που έρχουνται να σε συναπαντήσουν ή όντα αυστηρά που θα ‘θελαν να σου αποσπάσουν εξομολογήσεις.
Δε βλέπεις τίποτε, παρά μόνο όσα έχουν τόσο λίγη σημασία να τα ιδείς. Τίποτε κι όμως τρέμεις. Γιατί;

                                                                VI

Όλες μας ζούμε εδώ πέρα με σφιγμένο το λαρύγγι. Ξέρετε πως μολονότι είμαι πολύ νέα, άλλοτες ήμουν πιο νέα ακόμη, και οι φίλες μου το ίδιο. Τι σημαίνει αυτό; Σίγουρα κάτι φρικτό θα υπάρχει.
Και άλλοτε, όταν ήμασταν ακόμη πιο νέες, όπως σας το είπα κιόλας, φοβόμασταν. Αν κάποιος είχε την ιδέα να εκμεταλλευτεί την ταραχή μας, αν κάποιος μας έλεγε: «Να, σας  θάβουν, ήρθε η στιγμή». Σκεπτόμασταν: «Αλήθεια, θα μπορούσε να μας θάψουν σήμερα το βράδυ, αν είναι βέβαιο πως ήρθε η στιγμή».
Και δεν τολμούσαμε να τρέξουμε πολύ, για φανταστείτε: λαχανιασμένες στο τέλος του δρόμου, να φτάσουμε μπροστά σ’ έναν ορθάνοιχτο λάκκο, κι ούτε λεπτό να πεις μια λέξη.
Σας παρακαλώ, ποιο να ‘ταν άραγε το μυστικό;

                                                                VII

 Υπάρχουν, του λέει ακόμη, ολοένα λιοντάρια μέσα στο χωριό που σεργιανούν χωρίς κανένα εμπόδιο. Δε σε προσέχουν, φτάνει να μην τα προσέξεις.
Αν όμως δουν να τρέχει μπροστά τους μια κοπέλα, δεν παραδέχονται να συγχωρήσουν τη συγκίνησή της. Όχι! Αμέσως την καταβροχθίζουν.
Γι’ αυτό περπατούν ολοένα μέσα στο χωριό, όπου δεν έχουν τίποτε να κάνουν. Ειδεμή κι αλλού θα χασμουριόντουσαν το ίδιο, δεν είναι φανερό;

                                                                  VIII
Είναι καιρός, πολύς καιρός του εμπιστεύεται, που μαλώνουμε με τη θάλασσα.
Πολύ σπάνια γαλανή, απαλή, θα πίστευε κανείς πως είναι ευχαριστημένη. Αλλά τούτο δεν μπορεί να βαστάξει. Άλλωστε το λέει η μυρωδιά της, μια μυρωδιά σαπίλας (αν δεν ήταν η πίκρα της).
Εδώ θα ‘πρεπε να εξηγήσω την υπόθεση των κυμάτων. Είναι αφάνταστα περίπλοκη, και η θάλασσα.....Σας παρακαλώ έχετε εμπιστοσύνη σ’ εμένα. Μήπως θέλω να σας γελάσω; Η θάλασσα δεν είναι μόνο μια λέξη. Είναι περισσότερο από ένα φόβο. Υπάρχει, σας τ’ ορκίζομαι. Τη βλέπει κανείς ολοένα.
_Ποιος;
Εμείς` τη βλέπουμε. Έρχεται από πολύ μακριά για να μας κοροϊδέψει και να μας τρομάξει.
Σαν έρθετε, θα τη δείτε και σεις ο ίδιος, θα μείνετε κατάπληκτος. «Μπα!» θα πείτε. Γιατί αποσβολώνει τον άνθρωπο.
Θα την κοιτάξουμε μαζί. Είμαι σίγουρη πως δε θα τη φοβούμαι πια. Πέστε μου αυτό δε θα γίνει ποτέ;

                                                                 IX

Δεν μπορώ να σας αφήσω με μιαν αμφιβολία.  Συνεχίζει, με τον κλονισμό της εμπιστοσύνης σας. Θέλω να σας ξαναμιλήσω για τη θάλασσα. Αλλά μένει η απορία. Τα ποτάμια προχωρούν` εκείνη όχι. Ακούστε, μη θυμώνετε, σας τ’ ορκίζομαι, δε σκέπτομαι να σας γελάσω. Τέτοια είναι. Όσο και ν’ αναταράζεται, σταματά μπρος σε μια χούφτα άμμο. Μια μεγάλη αναποφάσιστη. Σίγουρα θα ήθελε να προχωρήσει, αλλά να που δε γίνεται.
Αργότερα ίσως, μια μέρα, θα προχωρήσει.

                                                               X

 Τα μερμήγκια μας περιστοιχίζουν όσο ποτέ, λέει το γράμμα της. Ανήσυχα με την κοιλιά στο χώμα, σπρώχνουνε σκόνες. Δεν ενδιαφέρουνται για μας.
Κανένα δε σηκώνει το κεφάλι.
Είναι η πιο κλειστή κοινωνία που υπάρχει, μολονότι σκορπίζουνται ολοένα έξω. Τα σχέδια που θέλουν να πραγματοποιήσουν, οι φροντίδες τους. Αδιάφορο....μένουν μόνα μεταξύ τους ....παντού.
Κι ως τώρα κανένα δε σήκωσε το κεφάλι να μας κοιτάξει. Θα προτιμούσε να το λιώσουμε με το πόδι μας.

                                                                 XI

 

   Του γράφει ακόμη:
Δε φανταζόσαστε πόσα πράγματα βρίσκονται μέσα στον ουρανό, πρέπει να δει κανείς για να πιστέψει. Έτσι, να, τα......αλλά δε θα σας πω τ’όνομά τους αμέσως.
Όσο κι αν έχουνε το ύφος να βαραίνουν πάρα πολύ και να πιάνουν σχεδόν ολόκληρο τον ουρανό, δε βαραίνουν, τέτοια μεγάλα που είναι, περισσότερο από ένα νεογέννητο μωρό.
Τα ονομάζουμε σύννεφα.
Είναι αλήθεια πως βγάζουν νερό, όχι όμως αφού τα στύψεις ή τα κοπανήσεις. Θα ήταν ανώφελο, έχουνε τόσο λίγο.
Αλλ’αν τύχει κι απλωθούν σε μάκρη, σε πλάτη και σε πλάτη, σε βάθη ακόμη και σε βάθη, κάνοντας τα πρησμένα, καταφέρνουν στο τέλος ν’ αφήσουν λίγες σταγονούλες νερό` μάλιστα, νερό. Και βρεχόμαστε για καλά. Φεύγουμε καταθυμωμένες που την πάθαμε` γιατί κανείς δεν ξέρει τη στιγμή που θα ρίξουν τις σταλαματιές τους` κάποτε περνούν μέρες ολόκληρες χωρίς να τις ρίξουν. Και θα καθότανε κανείς ανώφελα στο σπίτι περιμένοντας.

Ανρί Μισώ

 

Μετάφραση: Γιώργος Σεφέρης
(από την ανθολογία Γαλλικής Ποίησης, επιμέλεια Χριστόφορου Λιοντάκη, εκδ. Καστανιώτη)

ΣΑΣ ΓΡΑΦΩ ΑΠΟ ΕΝΑ ΤΟΠΟ ΜΑΚΡΙΝΟ

Henri Michaux , από την ανθολογία Γαλλικής Ποίησης, επιμέλεια Χριστόφορου Λιοντάκη, εκδ. Καστανιώτη, μτφ. Γ. Σεφέρης

ΒΑΣΙΛΗΣ ΑΜΑΝΑΤΙΔΗΣ

Τρία ποιήματα από το βιβλίο με τίτλο
«4-D Ποιήματα τεσσάρων διαστάσεων», εκδόσεις Γαβριηλίδης 2006. Εδώ επιχειρείται η ουτοπία της ταυτοχρονικότητας μέσω της ανάγνωσης, αποκαλύπτοντας αυτό που είναι ούτως ή άλλως η γραφή. Ένα βιβλίο πείραμα και εργαστήριο γεμάτο θραύσματα και αντικατοπτρισμούς θραυσμάτων που παραμένουν αενάως ενεργά και αιχμηρά.

 

ΠΟΛΥΘΡΟΝΑ Ι, ΙΙ

Κατερίνα Ηλιοπούλου, από την ποιητική συλλογή «Ο κύριος Ταυ», που θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Μελάνι, τον Φεβρουάριο 2007

ΔΙΑΛΟΓΙΣΜΟΣ  ΣΤΟ LAGUNITAS

Robert Hass (από την ποιητική συλλογή  “Praise”, Ecco Press 1979, μτφ. Κατερίνα Ηλιοπούλου)
Ο Αμερικανός ποιητής Robert Hass γεννήθηκε στο Σαν Φραντσίσκο (1941). Έχει εκδόσει τέσσερεις ποιητικές συλλογές>>>>>

Κατερινα Ηλιοπούλου
 
| ABOUT | CONTACT | ARCHIVES | BOOKS | LINKS |NEWS&TIPS |