[3]POETRY BOX[1] [2]
«Το θαυμάσιο πράγμα»


 
Η Jorie Graham σε μια συζήτηση με τον Mark Wunderlich, για την σύγχρονη ποίηση και τον τρόπο που αντιμετωπίζεται δημόσια (απόσπασμα). Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στο American Poet το φθινόπωρο 1996, το εξαμηνιαίο περιοδικό της Academy of American Poets (www.poets.org)

 

W. : Έρχεστε σε επαφή με πολλούς νέους και ταλαντούχους συγγραφείς στο Εργαστήριο, έχετε παρατηρήσει κάποιες συγκεκριμένες  τάσεις να μορφοποιούνται στη νέα γενιά των Αμερικανών ποιητών;
G. : Ίσως η αποτυχία της Ουτοπικής σκέψης και των προσδοκιών που την συνόδευαν έχει μεγάλη επίδραση πάνω σε αυτή τη γενιά και τους απασχολεί σοβαρά ακόμα. Φαίνεται ότι δεν πιστεύουν ιδιαίτερα στην δυνατότητα της υπέρβασης. Οι διαβαθμίσεις των τόνων στην ποιητική τους δουλειά κινούνται συχνά σε μια περιορισμένη κλίμακα μεταξύ ειρωνίας και ευφυώς εκφρασμένης απόγνωσης. Για να δούμε.... ίσως να υπάρχει πιο έντονη αμφισβήτηση της υποκειμενικότητας γενικά, πιο συνειδητοποιημένη εποπτεία στην αναπαράσταση της υποκειμενικής εμπειρίας. Και λέγοντας τούτο πρέπει να προσθέσω ότι διαφαίνεται ταυτόχρονα μια επιθυμία να τους δωθεί η άδεια να εγκαταλείψουν την ίδια τους την εξαιρετικά πολύπλοκη αντίληψη των ιδεολογικών δομών του εγχειρήματός τους. Φαίνεται πως ζητούν να τους επιτραπεί να αφήσουν καθημερινές —ακόμα και αυτοβιογραφικές—εμπειρίες να επιστρέψουν στην ποίησή τους.
Τέλος, νομίζω ότι επιχειρούν μια σύνθεση των ποικίλων αισθητικών πρακτικών που αναπτύχθηκαν από την προηγούμενη γενιά. ..... Και όταν μαθαίνουν (ή «ξεσηκώνουν») τέτοια εργαλεία ύφους από αυτούς του πρόσφατους προγόνους  δεν φαίνεται να υπολογίζουν και τις  ιδεολογικές ή πολιτικές υποθέσεις που τα ανέδειξαν--δηλαδή τη «σκληρή δουλειά» που χρειάστηκε για να αποκτηθούν. Πρέπει να πω πως αυτοί οι άνθρωποι δεν είναι κατά καμμία έννοια αφελείς ή αδαείς σε σχέση με τις σημασίες εκείνων που επιλέγουν να αγνοήσουν. Με γοητέυει, με ανησυχεί και με πολλούς τρόπους με χαροποιεί—ιδιαίτερα έχοντας η ίδια σαν ποιήτρια ζήσει τόσες μεγάλες διαμάχες μεταξύ διάφορετικών αισθητικών σχολών—να τους βλέπω να συνδυάζουν, να συνθέτουν και να επινοούν, χωρίς να αισθάνονται υπόλογοι έναντι στις πεπειθήσεις που γέννησαν αυτές τις φωνές και αυτές τις αισθητικές επιλογές τις οποίες οι ίδιοι μιμούνται. Ίσως αυτός είναι ο τρόπος που μια καινούρια μορφή τέχνης ιστορικά αναδύεται στο τέλος μιας αισθητικής περιόδου.
W.: Υπάρχουν αυτή τη στιγμή κάποιες υφολογικές τάσεις στην Αμερικάνικη ποίηση που θεωρείτε ενδιαφέρουσες ή ένα είδος που θα θέλατε να αναπτυχθεί περισσότερο ή το αντίθετο;
G. : ......Νομίζω πως τα ζητήματα που αφορούν το πρόβλημα της υποκειμενικότητας—την ακόμα ενεργή κληρονομιά του Ρομαντικού προτάγματος της εκπλήρωσης ή της παρουσίας, καθώς συγκρούεται με τη δυσπιστία απέναντι σε ένα τέτοιο πρόταγμα (τη δυσπιστία όχι μόνο για την αξία της ατομικής εμπειρίας αλλά για αυτή την ίδια την αντίληψη ενός καθορισμένου εαυτού που ισχυρίζεται πως έχει μια τέτοια εμπειρία)—βρίσκονται στον πυρήνα αυτού που βλέπουμε να συμβαίνει σήμερα. Καπου ανάμεσα στο «Εγώ» που πραγματώνεται από μια φανερή πράξη εξομολογητικής «ειλικρίνειας» και το «Εγώ» που πραγματώνεται διαβλέποντας μέσα από την ίδια του την κοινωνικά διαρθρωμένη φύση, υπάρχει ακόμα ένα «Εγώ» που ερωτεύεται, απογοητεύεται, γεννάει, χάνει τους αγαπημένους του, εισπνέι βαθιά μπροστά από μια τριαναταφυλλιά—το Εγώ που δεν έχει άλλη επιλογή από τη θνητότητα. Αυτό το Εγώ (ο Elliot το ονομάζει ατομικό αλλά συλλογικό) αναδύεται από τη μεγάλη φιλοσοφική διαμάχη της τελευταίας δεκαετίας, με έναν νέο σεβασμό για το μυστήριο της ατομικότητας και μια πιο εκλεπτυσμένη κατανόηση για την ψευδαισθητική και ταυτόχρονα μοναδική του φύση. Αν έχω μια επιθυμία αυτή είναι να εμπιστευθούμε ξανά τη σωματική γνώση (τη γνώση της καρδιάς), να μειωθεί ο φόβος για το σώμα—οπωσδήποτε κατανοητός την εποχή του AIDS και της επιδημικής τοξικότητας της άμεσης πληροφόρησης—και οι αισθήσεις να βρουν τη θέση τους ξανά στην ποίηση, πραγματικές εικόνες να βιωθούν, να γραφτούν και ίσως το πιο σημαντικό, να κατανοήσουμε τη γνώση που περιέχουν.....
Ίσως αυτό είναι απόρροια του γεγονότος ότι η κουλτούρα μας έχει αναπτύξει μια καχυποψία και έναν φόβο για το σώμα και την γνώση που αυτό φέρει έτσι ώστε να πιστεύουμε πραγματικά πως οι πληροφορίες των αισθήσεών μας και της φαντασίας μας, δεν έχουν ένα εγγενές περιεχόμενο παρεκτός και αν το ανασύρουμε στην επιφάνεια επεξηγώντας το ή υποβάλλοντάς το σε αφαίρεση ή γενίκευση.
Επίσης θα ήθελα να βλέπω μεταξύ των αρχαρίων λιγότερο κολλάζ, το οποίο μου φαίνεται ότι στα χέρια εκείνων που το εξασκούν, ακόμα και όταν παραδέχονται ότι χρησιμοποιούν αυτή την πρακτική, σαν μια πράξη παράκαμψης εκείνων των διασταυρώσεων, δυσκολιών, ανταλλαγών και επιλογών, εξαιτείας των οποίων γράφονται τα ποιήματα. Προφανώς όλοι μας χρησιμοποιούμε νύξεις αναφορών, ακόμα και υποσυνείδητα, αλλά αναφέρομαι σε μια εξαιρετικα υπερβολική  χρήση του κολλάζ—η οποία παρόλο που βασίζεται σε πολύ συγκινητικές εξισορροπιστικές προθέσεις, προθέσεις που θέλουν να ανοίξουν διάλογο με τις ακρότητες της πολιτικής, αυτές που η εξαπλούμενη, αδιαμφισβήτητη, ανεξέλεγκτη αντίληψη για τα δικαιώματα που το αυτοπροσδιοριζόμενο εγώ καθώς και το πολιτισμικό εγώ έχει επιβάλλει στον κόσμο μας—παρόλο λοιπόν που βασίζεται σε μια ειλικρινή κριτική διάθεση—επιτρέπει στους νέους ποιητές να αποφύγουν τη σκληρή δουλειά που χρειάζεται να καταβάλλουν και που την έλλειψή της θα βρουν μπροστά τους. Δεν υπάρχει τρόπος να προσπεράσεις τον κόπο του να χτίσεις την ψυχή σου.
W. :  Φαίνεται πως μεταξύ πολλών ανθρώπων των γραμμάτων στην Αμερική υπάρχει η άποψη πως η ποίηση διαβάζεται όλο και πιο λίγο, ότι καταλαμβάνει μικρότερο χώρο στην δημόσια κουλτούρα παρ’όλα αυτά περισσότεροι άνθρωποι από ποτέ κάνουν αιτήσεις συμμετοχής σε προγράμματα δημιουργικής γραφής και επιθυμούν να εξασκήσουν αυτή την τέχνη. Οι ποιητικές αναγνώσεις εξαπλώνονται σε ολόκληρη τη χώρα, εκδίδονται περισσότερα βιβλία ποίησης από ότι ποτέ στην ιστορία της χώρας και εξακολουθεί να υπάρχει η εντύπωση ότι η τέχνη αυτή βρίσκεται στο περιθώριο. Τι σκέφτεστε γι’αυτήν την ολοφάνερη αντίφαση;
G. : Δεν είναι καθόλου περιθωριακή, εκτός από την οικονομική της διάσταση. Δεν θεωρώ ότι αυτό είναι το πιο σημαντικό κομμάτι της πραγματικότητας αν και προφανώς είναι το πιο ισχυρό. Ίσως η ερώτηση έπρεπε να διατυπωθεί διαφορετικά. Γιατί τόσοι πολλοί άνθρωποι, ειδικά νέοι άνθρωποι—προσέρχονται κατά χιλλιάδες σε αυτά τα εργαστήρια όπου η ποίηση γράφεται και διαβάζεται; Και γιατί στρέφονται στην ποίηση σαν έναν τρόπο γνώσης και εμπειρίας μέσα στην προσπάθεια που καταβάλλουν για να ζήσουν τη ζωή τους; ......  Όσο για τους ποιητές μας μετά από δύο χρόνια (Ακαδημαικής ζωής) ξαναγυρίζουν στην διασπορά της Αμερικάνικης ζωής και της αγοράς –για να προσπαθήσουν να επιβιώσουν και να διατηρήσουν την ψυχή τους και τα όνειρά τους άθικτα. Είναι καταπληκτικό ότι τόσα πολλά από τα παιδια της πιο προηγμένης καπιταλιστικής χώρας στον κόσμο, στρέφονται σε μια τέχνη που η εξάσκησή της θα έχει σαν αποτέλεσμα να δουλεύουν σκληρά και να αμείβονται λίγο . Μήπως έχουν διαισθανθεί ότι μέσω της ποίησης θα έρθουν σε επαφή  με το μυστήριο που τους είναι αναγκαίο, ή με μια αξία (ή σύστημα αξιών) ή μια αίσθηση του πραγματικού, που αυτός ο υπνωτικός πολιτισμός τους έχει προοδευτικά αποστερήσει; Ίσως θέλουν να ξυπνήσουν. Όσο γιατί τόσοι πολλοί άνθρωποι γράφουν ή έρχονται σε αναγνώσεις κ.λ.π. οι λόγοι είναι οι ίδιοι.
W. : Τι γνώμη έχετε για τις συχνές επιθέσεις στα ΜΜΕ, σχετικά με την μετριότητα ή τη κοινοτοπία μεγάλου μέρους της Αμερικάνικης ποίησης;
G. : Καταντάει κουραστικό να ακούς δημόσια διαμαρτυρίες για την κατάσταση της ποίησης—διαμαρτυρίες που τα μίντια ενθαρρύνουν έτσι ώστε να μην κατηγορηθούν πως έχουν γυρίσει την πλάτη τους σε ένα μέσο που, φαντάζομαι, απαιτεί ενοχλητικά πολύ κόπο από αυτούς σαν αναγνώστες. (η ποίηση απαιτεί να την διαβάζεις για να μπορείς να παρακολουθείς τις συνεχείς μεταλλάξεις στην γλώσσα της)....
Όσο για την παρουσία όλων αυτών των αποτυχημένων ή μέτριων ή κοινότοπων έργων που συσσωρεύονται γύρω από το δήθεν αυθεντικό σπουδαίο έργο---αυτό εμένα επίσης μου φαίνεται μια διαδικάσία φυσική και υγιής. Σε μια μεγάλη πυραμίδα οι περισσσότερες πέτρες είναι εσωτερικές, δεν είναι γυαλισμένες ούτε τέλειες. Μερικές, πολύ λίγες είναι ορατές, αιχμηρά καθορισμένες, εξωτερικές πέτρες, από τις οποίες αναγνωρίζουμε την πυραμίδα γι’αυτό που είναι. Στην ποίηση κάποιοι από εμάς θέτουν τις εσωτερικές πέτρες. Κάποιοι από εμάς τα αιχμηρά λαμπερά όρια. Ο σκοπός είναι να χτίσουμε το θαυμάσιο αυτό πράγμα. Κι αν κοιτάξουμε πίσω σε οποιαδήποτε περίοδο της ιστορίας της ποίησης σε αυτή τη γλώσσα, υπάρχουν ελάχιστοι ποιητές που το έργο τους αντέχει στο χρόνο—σπάνια περισσότεροι από έναν ή δύο σε κάθε γενιά—και παρ’όλ’αυτά όλη αυτή η πιο αδύναμη ποίηση  γραφόταν γύρω τους και με κάποιον τρόπο, ίσως ήταν κρίσιμη και τους επέτρεπε να ολοκληρώσουν το έργο τους. ...Ποιος μπορεί να ξέρει τι δίνουμε ο ένας στον άλλο—είναι μια μυστηριώδης διαδικασία. ....
Αυτό που με κάνει να απορώ σχετικά με την επιμονή των μίντια με αυτό το υποτιθέμενο πρόβλημα..... Ίσως φταίει το γεγονός ότι η ποίηση δεν φέρνει χρήματα --αυτό υπογείως εξαγρειώνει τα μίντια λες και η πρόθεση να αναλάβει κανείς μια τόσο λίγο επικερδή εργασία στέλνει πίσω στην αγορά ένα σκληρό βλέμμα , που ξυπνά κρυμμένες (για να μην πω ανεπιθύμητες ) ενοχές. Άλλωστε οι περισσότεροι κριτικοί, δημοσιογράφοι, συγγραφείς ήταν κάποτε ονειροπόλοι—ήταν ίσως και ποιητές στα κρυφά.  Η ζωή μάς αλλάζει, όπως είναι στη φύση της. Αλλά όλοι αυτοί οι πρώην ονειροπόλοι είναι ελαφρώς εξοργισμένοι από την αφέλεια (ίσως την κάποιες φορές πράγματι εξοργιστική εντιμότητα) εκείνων που μπόρεσαν για τον ένα ή τον άλλο λόγο να διατηρήσουν κάποιο κομμάτι του ιδεαλισμού της νεότητάς τους ζωντανό στην εργασία που έχουν επιλέξει.

«Οι αγριόχηνες», Jorie Graham από την ποιητική συλλογή "Hybrids of plants and of ghosts" 1980

Η Αμερικανίδα ποιήτρια Jorie Graham γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη το 1950>>>

«Το θαυμάσιο πράγμα»
Η Jorie Graham σε μια συζήτηση με τον Mark Wunderlich, για την σύγχρονη ποίηση και τον τρόπο που αντιμετωπίζεται δημόσια (απόσπασμα). Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στο American Poet το φθινόπωρο 1996, το εξαμηνιαίο περιοδικό της Academy of American Poets (www.poets.org)

Τρία ποιήματα του Νίκου Βιολάρη από το πρώτο του βιβλίο «Πέρα από τη μέρα», εκδ. Γαβριηλίδη 2005

Δημήτρης Ανανιάδης
Δύο ποιήματα από το πρώτο του βιβλίο, «ΡΑΣΤΕΡ», εκδ. Μελάνι 2006.

_______________________________

«Εστιάζοντας στην πρωταρχικότητα της αφής και των λοιπών αισθήσεων έναντι της όρασης, η ποιήτρια Ελένη Βακαλό υιοθετεί μια ποιητική της τυφλότητας...... καθώς και τη σωματικότητα της γνώσης εν γένει, σηματοδοτώντας την άρση του δυισμού σώματος και λόγου, λέξης και πράγματος, υποκειμένου και αντικειμένου» Δέσποινα Ασιατίδου,
« Η ποίηση ως πράγμα», μελέτη για την ποίηση της Ελένης Βακαλό, εκδ. Γαβριηλίδης

Εξαιρετικά ενδιαφέρον και γενναιόδωρο το τεύχος 28 (φθινόπωρο-χειμώνας 2006) του περιοδικού Ποίηση , με σημαντικά θεωρητικά κείμενα και  αφιέρωμα στη σύγχρονη γερμανική ποίηση. Επίσης παρουσίαση τεσσάρων σύγχρονων Εβραίων ποιητών σε μετάφραση και επιμέλεια Χάρη Βλαβιανού και Κατερίνας Σχινά.  

Κατερινα Ηλιοπούλου