ΜΙΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΩΣΤΑ ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ

 

Ο τίτλος τον οποίο επέλεξα προκειμένου να μιλήσω για τον δάσκαλο και πολύτιμο φίλο μου Κώστα Παπαϊωάννου είναι ενδεικτικός του είδους του λόγου που προτίθεμαι να εκφέρω. Μαρτυρία: που σημαίνει έναν διάλογο συνεχή ανάμεσα σε δύο πρόσωπα. Μια μαρτυρία ύφους και ήθους ζωής, μαρτυρία ότι υπήρξε ένας μάρτυρας που τίθεται μπροστά στο δίλημμα να μαρτυρήσει περί του άλλου ή να σιωπήσει, αφήνοντας τη σιωπή να μιλήσει πιο εύγλωττα για κάποιον, εμπλέκοντας τα έργα και τις ημέρες του στον τόπο και στον χρόνο όπου η συνομιλία διαρκούσε, άλλοτε εκ του σύνεγγυς και άλλοτε από την αναγκαία απόσταση που η συνομιλία προϋποθέτει πάντα. Επέλεξα λοιπόν τη θέση του ομιλούντος μάρτυρα, όχι για να αναλύσω και/ή να ερμηνεύσω το έργο του Παπαϊωάννου, αλλά για να εκφράσω, έστω και αμήχανα, την εγγύτητά μου αυτή την μάλλον παραλυτική εγγύτητα, όπως θα έλεγε  ο Jacques Derrida, με όσα διαμείφθησαν με το πρόσωπο και το έργο, στις στιγμές που διαμείφθησαν. Μια μαρτυρία-μνημοσύνη, η οποία ωστόσο είναι το μόνο που μπορεί ένας μάρτυρας να προσφέρει ή να φέρει εις μαρτυρίαν όταν ο χρόνος έχει παρέλθει και τον έχει πλήρως επικαλύψει το έργο, η σημασία και η βαρύτητα του έργου του Κώστα Παπαϊωάννου για τον οποίο η μαρτυρία-μνημοσύνη.
Ίσως θα επιθυμούσα να μιλήσω όπως ο φίλος του Claude Roy μετά το θάνατο του Παπαϊωάννου: «Οι εργασίες του Παπαϊωάννου για τον ελληνικό κόσμο ή τη βυζαντινή τέχνη, ο τρόπος του να μιλά για τον Diderot και η κουλτούρα του που δεν ήταν πολυμάθεια αλλά ένας τρόπος να συνδέεται μ’όλο το πράσινο και τη χλόη του κόσμου....». Ιδιαίτερα αυτό το τελευταίο: ο τρόπος του «να συνδέεται μ’όλο το πράσινο και τη χλόη του κόσμου». Ή πάλι, θα επιθυμούσα ίσως να μιλήσω όπως ο άλλος φίλος του, ο Raymon Aron, αυτός που αποκάλεσε τον Παπαϊωάννου με τον κατεξοχήν ευπροσήγορο τρόπο: Ιδιοφυία της φιλίας – «Ο Παπαϊωάννου συσσώρευε τις χρονολογίες και τα γεγονότα με τον τρόπο ενός αρχειοφύλακα, ερμήνευε τα κείμενα ως ιστορικός των ιδεών, συζητούσε τις θέσεις και τις θεωρίες με τον τρόπο ενός φιλοσόφου».
Ωστόσο αυτοί οι λόγοι αισθάνομαι ότι υπολείπονται, παρ’όλη τη διεισδυτικότητά τους, ή τουλάχιστον υπολείπονται σε σχέση με κάτι που προτιμώ να είναι μαρτυρία-μνημοσύνη, δηλαδή αφήγηση μιας συνομιλίας, η οποία μπορεί να μην είναι τόσο ψύχραιμη, είναι όμως μια υποκίνηση ή μια κίνηση που στοχεύει στο πρόσωπο διά του έργου και στο έργο διά του προσώπου.
Θα ξεκινήσω λοιπόν με μια παραδοξότητα, λέγοντας ότι ο Παπαϊωάννου υπήρξε ένας κατ’εξοχήν άγραφος φιλόσοφος, παρά την έκταση και το βάθος του γραπτού φιλοσοφικού του στοχασμού. Ίσως έτσι μόνο μπορώ να απεικονίσω αυτό που σ’όλη τη διάρκεια της εγγύτητάς μου προς τον Παπαϊωάννου αισθάνθηκα και εξακολουθώ να αισθάνομαι. Ο Παπαϊωάννου είναι πράγματι άγραφος διότι η ουσία του, αυτό που με τόσο πάθος και με τέτοια γοητεία ανέδυε μέσα από τα λόγια, τους τρόπους και τους τροπισμούς των λόγων του, ήταν το πρότυπο του Σωκρατικού ανθρώπου, του ανθρώπου της προφορικότητας, που κι όταν ακόμη μέσα σε έναν πυρετικό παροξυσμό έγραφε, η νοσταλγία του παρέμενε πάντα μια νοσταλγία προφορικότητας η οποία συμπαρέσυρε τον συνομιλητή του ως αναγνώστη. Θέλω να πω πως έγραφε ωσάν να συνομιλεί, ωσάν να καθοδηγείται από τη φωνή του, ωσάν η φωνή να ήταν το ουσιώδες και η γραφή το επακόλουθο. Μπορώ να ομολογήσω την εντύπωση, που δεν μου διαψεύδεται ακόμη και τώρα, όταν διαβάζω τα κείμενά του: τα κείμενα αυτά, σε μεγάλο βαθμό, στηρίζονται σε σιωπηλές υποθέσεις, ενώ οι αμφιλογίες της προφορικότητάς του ήταν το πραγματικό έναυσμα, η εγκαινιαστική πράξη  που οδηγούσε, όποτε οδηγούσε και εάν οδηγούσε, στη γραφή. Πιστεύω ότι τον Παπαϊωάννου θα πρέπει να μάθουμε να τον διαβάζουμε σαν το κατάλοιπο μιας συνομιλίας, με την έλλειψη της φωνής που μας επιβάλλουν αναγκαστικά τα κείμενα.
Η σωκρατικότητά του οδηγούσε τον Παπαϊωάννου σε ένα είδος πλατωνικής μανίας. Αυτή ήταν η κουλτούρα του (ο Σωκράτης θνήσκων), αυτός ήταν ο τρόπος του να προσεγγίζει τις ιδέες: να συνδέεται μέσω των ιδεών με τη χλόη του κόσμου, δηλαδή με την ποιητική του κόσμου. Είμαι υποχρεωμένος να παραθέσω εδώ ένα παλαιότερο λόγο μου  για τον Κώστα Παπαϊωάννου: «η προφορικότητά του μάλλον, παρά η γραφή του συγκροτούσε  την αυθεντική του εκφραστική και αν η γραφή του έγινε κατά καιρούς βορά των σοβιετολόγων, των nouveaux philosophes, ή των νεοφιλελεύθερων της επαρχίας μας (τωρινή προσθήκη: και τόσων άλλων που επωφελήθηκαν από τον διαμελισμό του  corpus των κειμένων του), η ίδια αυτή γραφή, αναδυόμενη μέσα από την ιδιοφυία του προσώπου (....) μπορεί να αποκαλύψει, και πράγματι μας αποκαλύπτει, τον αδιάφθορο κόσμο της αγωνίας του πνεύματός του, καθώς περιπλανάται στις ατραπούς των φιλοσοφικών, κοινωνικών και ιδεολογικών αναζητήσεων και να ακυρώσει την ακοσμία των χρήσεων του λόγου του. Είναι γι’αυτό κυρίως, γι’αυτή την προφορική συγκρότησή της που η γραφή του Παπαϊωάννου ποτέ δεν εννόησε τον κόσμο ως κάτι άλλο παρά ως τέχνη, τη φιλοσοφία ως ποίηση, την ποίηση ως φιλοσοφία και τη στοχαστικότητα ως και πρωτίστως, την πρόζα του κόσμου» (τωρινή προσθήκη: αυτή η πρόζα του κόσμου κατέχεται από τη φωνή του Παπαϊωάννου. Η φωνή του είναι υπεύθυνη και μαζί οι αμφιλογίες της προφορικότητας για αυτή την κρυφή γοητεία που αιχμαλωτίζει μέσα στη γραφή του).
Μα τι στ’αλήθεια είναι αυτή η φωνή που καλούσε σε συνομιλία και όχι μόνο προσκαλούσε αλλά και εξεβίαζε τη συνομιλία, αφαιρούσε από τον συνομιλητή την απροθυμία του να συνομιλήσει; Το έχω ξαναπεί: η μη επιδίωξη της γραφής. Και επιπλέον και κατ’εξοχήν η διαλεκτική της συνομιλίας που αντέκρουσε τη διαλεκτική, τη «λεία του Αρνητικού»: μια διαρκής κατάφαση της πρόσωπο προς πρόσωπο συνομιλίας (δηλαδή της ζωής, όπως θα έλεγε ο Martin Buber) αντίπαλης μέχρις εσχάτων της άρνησης που συγκροτεί τη διαλεκτική.
Είναι γι’αυτόν τον λόγο που η σύνδεση του Παπαϊωάννου με τη χλόη της ζωής είχε πάντα ένα φαουστικό χαρακτήρα, μια φαουστική επίκληση και φαουστική πρόκληση. Η γλώσσα του Παπαϊωάννου ηχούσε με πάθος το έλεος και το φόβο των αντιδιαλεκτικών της τόνων και η φαουστικότητά της συγκροτούσε έναν ζωντανό κόσμο έναντι της ακοσμίας των ιδεολογιών και του κατακερματισμένου κοσμοειδώλου τους. Ήταν αυτή η ίδια η δύναμη, αυτό το ξύπνημα της σκοτεινής ψυχής που όπως έγραφε σε πρώιμο κείμενό του «μπορούσε να εμποδίσει (την ψυχή της μάζας) να θρυμματιστεί σε ένα πλήθος από ψυχικά ασύνδετα και ναρκωμένα άτομα που ο νόμος της αδράνειας θα τα έκανε να ξανακυλήσουν στην παλιά τους παθητικότητα».
Εξάλλου, η φαουστική ορμή της προφορικότητας του Παπαϊωάννου τον συνέδεε και τον καθιστούσε αλληλέγγυο με τους ήρωές του, με τον Αισχύλο και τον Dante, τον Shakespeare και τον Dostoyevski, τον John Donne και τον Marlow και τον Baudelaire. Με αυτόν τον τρόπο, ο Παπαϊωάννου μεταμόρφωνε την ομιλία και τη συνομιλία, έτσι ώστε εάν και όταν αποκτούσαν ένα σώμα κειμενικό το σώμα αυτό να ομολογεί τη φιλοσοφία ως ζωή και τη ζωή ως ποίηση, φιλοσοφία, εικαστικό σύμπαν και σχοινοβασία στα όρια του τραγικού.
Δεν ήταν λίγες οι στιγμές που ο φαουστισμός της φωνής του Παπαϊωάννου αποκτούσε έναν τόνο σαρκαστικό. Αυτός ο σαρκασμός ωστόσο, κατά τρόπο παράδοξο και εκ μέρους μου τουλάχιστον δυσκολοερμήνευτο, ήταν μια τροπή της μετριοπάθειας και του σωτήριου φόβου που τον χαρακτήριζαν ως συνομιλητή. Ήταν ακόμη μια εκδήλωση της βαθειάς του μελαγχολίας, μιας μελαγχολίας που ξεπηδούσε εξ αίφνης μέσα από την αγάπη και την τρυφερότητα που έτρεφε για μια ζωή απόλυτα προσηλωμένη στη ζωή και όχι στις παραποιήσεις και τις παραχαράξεις της ζωής. Η ζωή, έλεγε, είναι πια βουβή και έχει χάσει το χρώμα της, με το οποίο περισσότερο επιθυμούσε να συνδεθεί: το πράσινο της χλόης. Αυτή τη μελαγχολία άλλωστε τη συναντούσε κάθε φορά που η επιθυμία του τον έφερνε μπροστά στη μελαγχολία του John Donne, τον οποίο αγαπούσε πολύ: The sun is lost… It’s all in pieces. All coherence is gone…..This is the world’s condition now.
Πρέπει να σταματήσω εδώ τη μαρτυρία-μνημοσύνη. Δε βρίσκω νόημα να συνεχίσω. Δηλαδή μου απαγορεύεται η συνέχιση ενός λόγου που τελικά ίσως και να πρόδιδε αυτό για το οποίο επιχειρεί τη μαρτυρία.

 

Η ομιλία του Στέφανου Ροζάνη εκφωνήθηκε στο συνέδριο που έγινε στο Πάντειο Πανεπιστήμιο της Αθήνας για τον φιλόσοφο Κώστα Παπαϊωάννου τον Ιανουάριο του 2007.          

Αποσπάσματα για μια βιογραφία του William Morris
Εικόνες μιας ζωής
buccaneer’s gambit

 

Περιμένετε κι έρχομαι!!
Ένα κείμενο γύρω από τη γοητεία της καθυστέρησης
hollowsky

 

Από το
Fragments of an Anarchist Anthropology
του David Graeber
Όπου ο συγγραφέας δαγκώνει μάλλον διστακτικά το χέρι που τον ταΐζει
σε μετάφραση του Σπύρου Κουρούκλη

 

Η κουζίνα στο σαλόνι
Σημειώσεις γύρω από μαγειρικές παραδόσεις και ιδεολογίες
Σκέψεις για την τροφή αλλά και τροφή για σκέψη
buccaneer’s gambit

 

Οι όμορφες διακρίσεις όμορφα καίγονται
του Νίκου Σαραντάκου
Ένα δείγμα από τις Σελίδες για τη Γλώσσα
www.sarantakos.com/language.html

 

Μια μαρτυρία για τον Κώστα Παπαϊωάννου
Ανέκδοτη ομιλία του Στέφανου Ροζάνη

Και μια υποσημείωση

ΜΠΟΡΕΙ ΑΡΑΓΕ ΝΑ ΥΠΑΡΞΕΙ «ΔΙΚΑΙΟ ΕΜΠΟΡΙΟ»;
Κι αν δεν μπορεί, τι εναλλακτική έχουμε πέρα απ’ το να σταυρώνουμε τα χέρια και να κλαίμε τη μοίρα μας;

Σύμφωνα με το Altromercato «το δίκαιο και αλληλέγγυο εμπόριο είναι μια εναλλακτική προσέγγιση της εμπορικής δραστηριότητας, μια νέα μορφή εμπορικής συνεργασίας βασισμένη στο διάλογο, τη διαφάνεια και το σεβασμό».
www.fairtrade.gr
Με μια πιο κριτική στάση, ο Σπόρος εστιάζει σε συγκεκριμένες πρωτοβουλίες αλληλεγγύης, υπενθυμίζοντας ότι σήμερα «δίκαιο εμπόριο δεν μπορεί να υπάρξει».
www.sporos.org
Αυτές είναι οι μοναδικές, απ’ όσο γνωρίζουμε, προσπάθειες για εναλλακτικό εμπόριο στη χώρα μας.

Εσείς τι σκέφτεστε;

__________________________

Δείτε την αγωγή που κατατέθηκε εναντίον του Ελληνικού Δημοσίου, για το χημικό πόλεμο που έχει εξαπολύσει το τελευταίο εναντίον του πληθυσμού.