|
|
||
|
|
|
|
[01] In Memoriam I.V. Stalin (+1953) ________________________ [01] Σχόλιο στο βιβλίο τού Ζιλ Ντωβέ [17]Ο ΠΟΙΗΤΗΣ, Ο ΙΗΣΟΥΣ [18]ΝΙΚΟΛΑΣ ΚΑΛΑΣ
|
Για να τελειώνουμε μια και καλή με το ζήτημα “καλλιτέχνες” Σε καμία κοινωνική δραστηριότητα δεν υπάρχει κάτι το εγγενώς προοδευτικό ή αντιδραστικό με πολιτικούς όρους. Το τι λειτουργίες επιτελούν, το ποια είναι ή πρέπει να είναι η θέση τους εν γένει, είναι εντελώς διαφορετικό πράγμα. Αυτό που κριτικάρω σα διαχωρισμένη δραστηριότητα, που ως αποτέλεσμα της έχει τον αποκλεισμό και τον ετεροκαθορισμό στην πολιτική και την τέχνη, είναι το φαινόμενο των επαγγελματιών πολιτικών και καλλιτεχνών. Τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά όσο δείχνουν ενίοτε και οι λέξεις έχουν σε σχέση με το πολιτικό λόγο την ιδιότητα να είναι το ίδιο ένοχες και το ίδιο αθώες ταυτοχρόνως. Όταν κάποιος λέει σήμερα ότι είναι πολιτικός, δεν εννοεί απλά ότι είναι πολιτικό ον και εκφέρει πολιτικό λόγο, ούτε ότι υπερασπίζεται μια πολιτική ταυτότητα. Με τους καλλιτέχνες απ' την άλλη τα πράγματα είναι ακόμη πιο μπερδεμένα. Η τέχνη και η ψυχαγωγία δεν μπορούν να υπαχθούν στη διάκριση επαγγέλματος και ερασιτεχνίας, και δεν μπορούν να διευθετηθούν οικονομικά με τους όρους που διευθετείται η αυτοματοποιημένη, μη δημιουργική και αντικαλλιτεχνική εργασία, μια εργασία απ' την οποία αποκλείεται συλλήβδην και εξ ορισμού το παιγνιώδες και η διασκέδαση. Για να υπαχθεί το οτιδήποτε στη διάκριση μεταξύ επαγγέλματος και ερασιτεχνίας, θα πρέπει να μπορεί να υπαχθεί την ίδια στιγμή και στη διάκριση μεταξύ διανοητικής και χειρωνακτικής εργασίας, η οποία εισήχθη με τη Βιομηχανική Επανάσταση. Η τέχνη όμως δεν είναι ούτε διανοητική ούτε χειρωνακτική εργασία, δίχως να μπορεί να διακριθεί εντελώς απ' αυτές. Μ' αυτούς τους όρους λοιπόν δε συνιστά επάγγελμα ακριβώς, επειδή η διάκριση επαγγελματία και ερασιτέχνη δεν έχει καμία βάση και κανένα ενδιαφέρον όσον αφορά την αξία της καλλιτεχνικής και πολιτιστικής παραγωγής. Ο καλλιτέχνης είναι ένα είδος επαγγελματία ερασιτέχνη! Παράλληλα όμως -και αυτό είναι το πλέον κρίσιμο- η καλλιτεχνική και πολιτιστική παραγωγή έχει (ακόμη και από μια οικονομική σκοπιά με την έννοια ότι ένα έργο τέχνης ή μια παράσταση μπορεί να κοστολογηθεί) μια υψηλή αξία στην κοινωνία. Έτσι, δεδομένων όλων αυτών, το τι θεωρείται επαγγελματίας καλλιτέχνης και κατά πόσον τα κριτήρια αυτού επιβάλλονται με απώτερο σκοπό τον αποκλεισμό και τον ετεροκαθορισμό κάποιων και την υποτέλεια της τέχνης, είναι διαφορετικό θέμα από εκείνο του τι διακρίνει αυτόν που είναι καλλιτέχνης απ' αυτόν που δεν είναι. Γιατί τώρα προκαλεί τόση σύγχυση και καχυποψία η αναφορά στον καλλιτέχνη στις μέρες μας; Πολύ απλά γιατί έχουμε την τάση να συγχέουμε μια διάκριση μ' ένα διαχωρισμό. Ο διαχωρισμός ανάμεσα σε επαγγελματία καλλιτέχνη (ακόμη και αν αναφέρεται κανείς γενικά σε κάποιον που τα καταφέρνει να ζει κάνοντας τέχνη) και ερασιτέχνη, είναι αδύνατο να επιβληθεί ολοκληρωτικά, παρότι κάποιοι τον προωθούν για ευνόητους λόγους, πράγμα που οφείλεται πάντα στην ίδια τη φύση της καλλιτεχνικής και δημιουργικής δραστηριότητας. Η διάκριση όμως γενικά ανάμεσα σ' αυτόν που είναι καλλιτέχνης και σ' αυτόν που δεν είναι, πέραν του ότι αποτελεί μιαν απόλυτα ρευστή ρυθμιστική ιδέα που σχετίζεται με αμφίβολες έννοιες όπως είναι αυτή της καλαισθητικής κρίσης και της αισθητικής απόλαυσης, συντηρείται -και δεν γίνεται αλλιώς- επί τη βάση του ότι η δημιουργική και παραγωγική ικανότητα του καθενός δεν είναι ίσης αξίας ή ομοιόμορφη, όπως επίσης και της απλής διαπίστωσης ότι δεν κατέχουν όλοι οι άνθρωποι τον ίδιο βαθμό ευφυΐας και φαντασίας (ανεξάρτητα του πως καθορίζεται αυτό). Υπ' αυτή την έννοια, “καλλιτέχνης” μπορεί να θεωρηθεί αυτός που, στο πεδίο που έχει επιλέξει ο ίδιος να δώσει ότι καλύτερο έχει, καταφέρνει να παράγει κάτι σπάνιο, μοναδικό και άξιο θαυμασμού. Προκύπτει τώρα ένα τεράστιο ζήτημα,, αυτό της εκμετάλλευσης των καλλιτεχνών, των ψυχαγωγών, των διανοούμενων, το οποίο είναι ένα θέμα ταμπού, ακριβώς επειδή έχει κυριαρχήσει και αναπαράγεται μ' άλλους πλέον όρους (εκσυγχρονισμός ή συντηρητισμός), εντός των “μαζικοδημοκρατικών” κοινωνιών που εμφανίστηκαν μετά το τέλος της “κόκκινης αφήγησης”, η μαρξιστική ιδέα του ότι οι παραγωγοί ιδεών και αισθητικών αξιών, είτε θα εκφράζουν την κυρίαρχη τάξη, είτε μια επαναστατική τάξη (στο μέτρο που έχει κάνει αισθητή την παρουσία της στο ιστορικό προσκήνιο). Αποφεύγεται συστηματικά να συζητηθεί το γεγονός ότι οι κάτοχοι της εξουσίας εκμεταλλεύονται και επιτίθενται στους καλλιτέχνες, τους ψυχαγωγούς και τους διανοούμενους, στην προσπάθεια τους να τους επιστρατεύσουν, αρχικά για να ανανεώσουν το ενδιαφέρον του ευρύτερου πληθυσμού για τη δημόσια και ιδιωτική ζωή τους και κατά συνέπεια για το πολιτικό και οικονομικό καθεστώς που αντιπροσωπεύουν μαζί με τις όποιες συμβολικές και φαντασιακές συνδηλώσεις του, και έπειτα με διάφορους άλλους τρόπους, επικαλούμενοι ότι η τέχνη δε συνιστά επάγγελμα αλλά ερασιτεχνία που δε θα πρέπει να πληρώνεται, καταλήγοντας (καθώς η τέχνη, η ψυχαγωγία και η δημιουργία συνιστούν τη μέγιστη δυνατή διασκέδαση και απόλαυση) στο επίσημο δόγμα όπου διασκέδαση και εργασία δεν είναι κοινωνικά ωφέλιμο να συναντιούνται! Έτσι, δεδομένων όλων των παραπάνω, επαγγελματίας καλλιτέχνης δεν μπορεί παρά να είναι ένας προπαγανδιστής της κυρίαρχης τάξης, κάτι που δεν μπορεί να γίνει δίχως να απολέσει κανείς κάθε ενδιαφέρον για την καλλιτεχνική του παραγωγή. Αλλά ας το προσπεράσουμε αυτό προς το παρόν, και ας εστιάσουμε σε κάτι άλλο που θεωρώ εξίσου σημαντικό για το θέμα, δηλαδή την έννοια της κοινωνικής αξίας, προκειμένου να καταλάβουμε περισσότερο σε τι ακριβώς συνίσταται η εκμετάλλευση των καλλιτεχνών, των ψυχαγωγών και των διανοούμενων. Ο πλούτος δεν μπορεί να είναι, όπως υποστηρίζουν μαρξιστές και νεοφιλελεύθεροι, η αφθονία ή η ελεύθερη πρόσβαση στα αγαθά που προσφέρει η εκμετάλλευση και ο μετασχηματισμός της φύσης. Πλούτος είναι το σπάνιο, το μοναδικό, αυτό που είναι άξιο θαυμασμού. Πλούσιος είναι αυτός που διακατέχεται από ένα αίσθημα πληρότητας και ανεξαρτησίας που στηρίζεται στην άκαμπτη πεποίθηση ότι δεν είναι οι συνθήκες της ζωής του (είτε ζει μέσα στη φτώχια, είτε ζει μέσα στην αφθονία) αυτές που καθορίζουν αυτό που είναι ή αυτό που δύναται να γίνει. Και αυτοί οι άνθρωποι είναι που βάλλονται από παντού με τον πλέον λυσσαλέο τρόπο. Για τον ίδιο ακριβώς λόγο, δεν αναφέρεται συχνά από τους θιασώτες της συντεχνιακής ιδεολογίας και τους επαναστάτες “φίλους του λαού”, πως και αυτοί που ζούνε μέσα στην αφθονία και έχουν ελεύθερη πρόσβαση στα αγαθά μπορούν και είναι εξίσου δυστυχείς μ' αυτούς που δεν έχουν. Αυτό που δεν μοιράζονται με τον λαό αυτοί που ζουν μέσα στην αφθονία, δεν είναι σε καμία περίπτωση η ευτυχία, όπως θέλει να μας πείσει ένας δήθεν εξευγενισμένος απ' την χυδαιότητα υλισμός, αλλά αυτό που μοιράζονται είναι σε κάθε περίπτωση η δυστυχία. Αλλά ας επιστρέψω στο θέμα της εκμετάλλευσης του μοναδικού και του σπάνιου. Θα το πω και αλλιώς: είναι σα να έχει πάρει κανείς τον μάγο της φυλής, ένα σαμάνο, και του έχει πει ότι η φυλή και η κοινότητα δεν υπάρχουν πλέον, παρά μόνο διευθύνοντες και διευθυνόμενοι, και ότι θα πρέπει να διασκεδάζει κάποιες ώρες τους διευθυνόμενους ως ανταμοιβή των ωρών που αφιέρωσαν στην αναπαραγωγή της κυρίαρχης αυτής συνθήκης, αλλά ταυτόχρονα δε θα πρέπει να διεκδικήσει τίποτε για τον εαυτό του επειδή στη σύγχρονη εποχή των διευθυντών και των διευθυνόμενων κανείς δε πιστεύει πια στους μάγους και στους σαμάνους. Παράλληλα μ' αυτό, έχει και τους καταταλαιπωρημένους διευθυνόμενους που έχουν καταληφθεί πέρα ως πέρα από ένα ανυπέρβλητο αίσθημα ματαιότητας, να του φωνάζουν ότι όσο και να προσπαθεί, όσο και να δίνει τον καλύτερο του εαυτό, δεν θα είναι ποτέ πια αυτό που ήταν. Επίσης έχω κάτι τελευταίο να καταθέσω επί του πραγματολογικού. Αυτοί που στήριξαν ως αξιοπρεπή και όπλισαν με επιχειρήματα τον αγώνα των βιομηχανικών εργατών και των αγροτών, ανήκαν σε μια ομάδα η οποία δεν εργαζόταν ούτε στη βιομηχανία, ούτε στη γη. Λέγονται διανοούμενοι και καλλιτέχνες και οι συνθήκες διαβίωσης τους δεν ήταν από καταβολής της αστικής κοινωνίας τόσο καλές όσο φαντάζονται αυτοί που τους ανεβάζουν και τους κατεβάζουν “εξασφαλισμένους”. Όταν ο Μαρξ έγραφε το Κεφάλαιο, και ξημεροβραδιαζόταν στις αγγλικές βιβλιοθήκες, πέθαιναν τα παιδιά του. Οι ντανταϊστές, οι σουρεαλιστές, οι λετριστές και οι καταστασιακοί διέπρατταν τη μία αυτοκτονία μετά την άλλη, ζούσαν μια ζωή στο περιθώριο της οικονομίας, στην παραοικονομία, και στην καλύτερη περίπτωση επιβιώναν μέσα σ' ένα καθεστώς ελαστικής εργασίας. Η μόνη εγγύηση που είχαν (αν την είχαν) ήταν κάποιοι “αποστάτες της τάξης τους”, όπως ο Ένγκελς και ο Λεμποβισί, ή όπως αυτοί που έδιναν δανεικά και αγύριστα ποσά στον Μπακούνιν για να ταξιδεύει σ' όλη την Ευρώπη με σκοπό να ξεσηκώσει τα πλήθη ή να συναντήσει τα ήδη ξεσηκωμένα. Αυτοί που αμφισβήτησαν επίσης την αστική τέχνη και κατέδειξαν με τη διαθεσιμότητα και τη χαριστικότητα του καθημερινού τους βίου και με τη τέχνη τους, τη χυδαιότητα και την έκπτωση της αυτοαναφορικής μίζερης ζωής ενός μικροαστού που αποτελούσε και αποτελεί ένα συγκεκριμένο πνευματικό τύπο ανθρώπου που έχει επιβληθεί σε όλη την έκταση της εποχής, ήταν όχι φυσικά οι εργάτες (οι οποίοι όσο αποκτούσαν δικαιώματα έτειναν να γίνουν μικροαστοί στο πνεύμα) αλλά καλλιτέχνες και διανοούμενοι. Δεδομένων όλων αυτών, λέω: Είμαι ένας άνθρωπος αφιερωμένος στην τέχνη, ένας άνθρωπος που θέλει να λέγεται καλλιτέχνης, ένας άνθρωπος που εκφέρει απ' αυτή τη θέση πολιτικό λόγο και αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως πολιτικό ον, και δε θα επιτρέψω σε κανένα ημιμαθή που αρέσκεται να τοποθετείται περί παντός τινού, δίχως να λέει τίποτε επί της ουσίας (και ακόμη περισσότερο σε κανένα νεοβάπτιστο ή παλαίμαχο πολιτικάντη της πιο ακραίας αριστεράς, που δεν έχει ενδιαφερθεί στο ελάχιστο για την εργώδη, κοπιαστική, μα άκρως απολαυστική προσπάθεια του να παράγει κανείς κάτι σπάνιο) να γελάει, να ειρωνεύεται, να ψέγει ανοικτά ή πίσω απ' τη πλάτη μου τους “καλλιτέχνες” και τους “διανοούμενους”, κάθε φορά που αναφέρεται κανείς σ' αυτούς με οποιοδήποτε τρόπο. Απ' την ίδια θέση εκφράζω και την αντιπάθεια μου απέναντι σε κάθε καλλιτεχνίσκο, επιμελητή, θεωρητικό της τέχνης ή καλλιτεχνικό διευθυντή που τσιτάρει με την πρώτη ευκαιρία Μπένγιαμιν, Αγκάμπεν, Ντεμπόρ ή Σιοράν, να ισχυριστεί ότι τέτοιου είδους απόψεις, σαν και αυτές που κατατίθενται από μέρους μου, καθιστούν τα όρια της τέχνης και της προπαγάνδας ασαφή, δικαιολογώντας έτσι εμμέσως πλην σαφώς στο όνομα μιας οντολογικής και ουσιοκρατικής οπτικής της τέχνης (που είναι το έσχατο καταφύγιο μιας τέχνης που διαφημίζει, θέλοντας και μη, την καθεστυικιά τάξη), την υποτέλειά της στο κυρίαρχο πολιτικό και οικονομικό καθεστώς. Γιάννης Π.
|